γράφει ο 

Βασίλης Μυλωνάς

 

Μωραίνει Κύριος, ον βούλεται απωλέσει

 

Μωραίνει, λένε, ο Θεός, αν θέλει να απωλέσει,

γιατί είναι επικίνδυνοι, τους βγάζει απ’ τη μέση.

 

Όπως τον Χίτλερ μώρανε, ημιμαθή ζωγράφο,

 με εκατομμύρια ψυχές, μαζί μ’ αυτόν στον τάφο.

 

Γιατί από…νηστικό σκυλί, φόρεσε τα γαλόνια

κι ήθελε κοσμοκράτορας, να ’ναι κείνα τα χρόνια.

 

Κατάστρεψε και ρήμαξε, στο τέλος απωλέσθη

και η Γερμανία ολόκληρη, σαν το αλεύρι αλέσθη.

 

Τώρα έχουμε τον Ερντογάν, δε βλέπει τον λαό του,

που σφίγγει το ζωνάρι του, μαζί και τον ποπό του.

 

Αυτός, εκεί, εξοπλίζεται, μ’ αεροπλανοφόρα,

τριγύρω του βλέπει εχθρούς, τον πήρε η κατηφόρα.

 

Στου Χίτλερ τα πατήματα, μου φαίνεται βαδίζει,

μήπως τον μώρανε ο Θεός, που, μάλλον, δεν χαρίζει;

 

Κι από την άλλη έχουμε, τους αρνητές και πάλι,

που για τις κυβερνήσεις τους, γίναν πόνος και ζάλη.

 

Βγαίνουν και διαδηλώνουνε…θέλουν ελευθερία

και δε την λογαριάζουνε, αυτή την πανδημία.

 

Όλη η Ευρώπη βόγκηξε, προχθές μες στις πλατείες

και λένε είναι ψέματα κι όλα ανοησίες.

 

Κι εδώ ο Θεός τους αγνοεί, στην τύχη τούς αφήνει,

με τον ιό ας παλέψουνε και ό,τι θέλει ας γίνει!

 

Που, ίσως, έχουν τυφλωθεί, απ’ τον εγωισμό τους,

να ξεχωρίσουν δεν μπορούν, το κακό απ’ το καλό τους.

 

Και άλλοι γράφαν στα πανό, όχι δικτατορία,

που, μάλλον, δεν κατάλαβαν, τι είναι δημοκρατία. 

 

Δεν έχεις μόνο δίκαια, μα και υποχρεώσεις

κι αν είσαι ανυπάκουος, τότε θα το πληρώσεις.

 

Είναι και οι διακινητές, άλλοι μωροί κι εκείνοι,

που τρέχουνε σαν παλαβοί…κι ακολουθούν οι θρήνοι.

 

Που για το κέρδος τις ψυχές, στ’ αμάξια τους…παστώνουν

και πριν στο τέλος φτάσουνε, τους πιο πολλούς σκοτώνουν.

 

Για μιά καλύτερη ζωή, λένε ότι πηγαίνουν,

μα, της επαγγελίας γη, όλοι δεν προλαβαίνουν.

 

Μα, εκτός αυτούς τους…παλαβούς, τώρα έχουμε κι άλλους

και είν’ απ’ τους νεότερους  κι ίσως τους πιο μεγάλους.

 

Οι αρνητές Απογραφής, παιδιά, εμφανιστήκαν

και απορώ, ο ταπεινός, μα πώς και το σκεφτήκαν;

 

Εδώ η κάθε λογική, φαίνεται τερματίζει

κι ίσως η σχιζοφρένεια, έντονα να μυρίζει.

 

Τι τους πειράζει η Απογραφή, τα αγύριστα κεφάλια;

Ας πάν’ να ζούνε στα βουνά, με λύκους και τσακάλια.

 

Δε θέλουν να ’ναι νούμερα, σ’ αυτή την κοινωνία;

Στη ζούγκλα τότε, εμπρός μαρς και ανοχή καμία.

 

Βρε, βγαίνει ο κάθε άσχετος, τον έξυπνο μάς κάνει,

μήπως και τούτον ο Θεός, τον έχει αποτρελάνει;

 

Δεν ξέρουν ότι κι ο Χριστός, σε Απογραφή εγεννήθη

κι ότι τα κράτη πού και πού, καταμετρούν τα πλήθη;

 

Κι ότι άνθρωποι και κτήματα, είν’ όλα μετρημένα

και σε βιβλία κρατικά, είναι καταγραμμένα;

 

Τίποτε δεν αφήνεται, κυρ’ αρνητή στην τύχη

και πάντα έχει μετρηθεί…και το κουτσό κατσίκι!

 

Άλλαξε γνώμη, το λοιπόν κι έλα στα συγκαλά σου,

πρωτού σε εύρη το κακό και τραβάς τα μαλλιά σου!