Ένα «παράθυρο» στην Καβάλα των αρχών του 20ού αιώνα ανοίγει με τη νέα του ανάρτηση ο ερευνητής της τοπικής ιστορίας, Κώστας Παπακοσμάς.

 

Αντλώντας πολύτιμα στοιχεία από το βιβλίο «Νέα Ελλάς» του Τρύφωνα Ευαγγελίδη, που εκδόθηκε το 1913, σκιαγραφεί την εικόνα της πόλης ακριβώς τη χρονιά της απελευθέρωσής της.

 

Μέσα από την περιγραφή αναδύεται μια Καβάλα με 24.000 κατοίκους, πολυπολιτισμική και με τεράστια οικονομική δυναμική χάρη στο παγκόσμιο εμπόριο καπνού. Ταυτόχρονα, καταγράφονται οι ιδιαιτερότητες της εποχής, όπως τα πελώρια κτίρια διαλογής, τα εντυπωσιακά αρχοντικά, αλλά και η άναρχη ρυμοτομία λόγω του βραχώδους εδάφους και ένα λιμάνι απροστάτευτο από τους ανέμους.

 

Ακολουθεί η ανάρτηση του Κώστα Παπακοσμά:

 

Το έτος 1913 ο Τρύφων Ευαγγελίδης καθηγητής του Γυμνασίου Βόλου (1863-1941) γράφει και κυκλοφορεί το βιβλίο του “Νέα Ελλάς” που είναι μια ιστορική, γεωγραφική, τοπογραφική και αρχαιολογική περιγραφή των νέων ελληνικών χωρών: Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας, νήσων και οδηγός σαφής και ακριβής των ταξιδιωτών και περιηγητών : κατά το γερμανικόν του Καρόλου Μπαίδεκερ και Meyer και το γαλλικόν του Guide Joann-Isambert”, όπως γράφει στην πρώτη σελίδα του πονήματος του.

 

Το βιβλίο τυπώνεται στην Αθήνα στο Τυπογραφείο Δ. Γ. Ευστρατίου. Στεκόμαστε στην αναφορά για την Καβάλα και τον χάρτη που δημοσιεύει.

 

Σε περίληψη: Η Νέα Καβάλα περιγράφεται ως μια πόλη «εν τω γίγνεσθαι», η οποία αποτελείται από νεόδμητες, μεγάλες και ευπρεπείς οικίες. Σύμφωνα με το κείμενο της σελίδας 144, τα νέα αρχιτεκτονικά έργα μαρτυρούν την οικονομική ευεξία των κατοίκων της.

 

Η πόλη στερείται σωστού σχεδιασμού. Με εξαίρεση την παραλιακή λεωφόρο και κάποιες παρόδους, οι υπόλοιποι δρόμοι είναι ακανόνιστοι και ανωφερείς. Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στη φύση του εδάφους, καθώς η πόλη είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε βραχώδες, ανώμαλο και ανωφερές έδαφος.

 

Ως μία από τις ωραιότερες οικίες αναφέρεται η οικία του κ. Γρηγοριάδου, στην οποία μάλιστα έμεινε ο Βασιλιάς κατά τη μετάβασή του στην Καβάλα (30 Ιουλίου 1913), καθώς και η οικία του προσωρινού δημάρχου, κ. Πρωτόπαπα.

 

Στην πόλη δεσπόζουν συστοιχίες πελωρίων κτιρίων (κυρίως παρακτίως), τα οποία χρησιμεύουν ως εργοστάσια συσκευασίας, διαλογής, ταξινόμησης και διαβάθμισης του πολύτιμου καπνού.

 

Η Καβάλα αποτελεί σπουδαία αρτηρία μέσω της οποίας διοχετεύεται στο παγκόσμιο εμπόριο ο περίφημος καπνός της. Στην πόλη έχουν ιδρύσει εμπορικά πρακτορεία μεγάλοι ομογενείς και ξένοι εμπορικοί οίκοι (ιδίως Γερμανοί).

 

Ο λιμένας (ή μάλλον ο όρμος) εκτείνεται δυτικά του φρουρίου. Η αγκυροβολία είναι καλή, αλλά τα πλοία μένουν απροφύλακτα από τους μεγάλους κυματισμούς (ιδίως από τους βορειοανατολικούς ανέμους), με αποτέλεσμα να καταφεύγουν είτε στον λιμένα της Ελευθερούπολης είτε προς το νησί της Θάσου (στην «Παναγία»).

 

Κατά μέσο όρο εξάγονται ετησίως από το λιμάνι:

 

4.800.000 χιλιόγραμμα καπνού προς διάφορα μέρη της Ευρώπης (το 1/3 προς Ρουμανία και Αίγυπτο, ενώ ποσότητες μεταφέρονται και ξηράς προς τη Βουλγαρία).

400.000 χιλιόγραμμα βάμβακος (βαμβάκι) προς Γαλλία και Αυστρία.

50.000 χιλιόγραμμα ερίου (μαλλί) προς τη Γαλλία.

Μικρές ποσότητες από δημητριακά, σησάμι και κουκούλια.

 

Από τους 24.000 κατοίκους της πόλης, η δημογραφική κατανομή διαμορφώνεται ως εξής:

12.000 Τούρκοι

9.500 Έλληνες (η Ελληνική κοινότητα Καβάλας σημειώνεται ως μία από τις σημαντικότερες της Ανατολικής Μακεδονίας)

Λοιποί κάτοικοι: Εβραίοι, Αθίγγανοι και ελάχιστοι Βούλγαροι.