γράφει ο

Βύρων Δημητριάδης

 

“...Μία ημέρα μετά την κηδεία της Βάγιας Νέστορα η Πολιτεία τιμά τη μνήμη της οδηγώντας στη Δικαιοσύνη τους τρομοκράτες. Είναι η απάντηση της δημοκρατίας στη βία…”, είπε ο Μητσοτάκης στη Βουλή (Παρασκευή 10/7), την ίδια ημέρα που εμφανίστηκε και το νέο σενάριο για το έγκλημα της Marfin.

 

Είχε προηγηθεί τοπ άρθρο του Μανώλη Κοττάκη (“δημοκρατία” 5/7) όπου ασκούσε έντονη κριτική: “...Το πρώτο πράγμα που μου έκανε κατάπληξη στην ενημέρωση του κυβερνητικού εκπροσώπου ήταν η παντελής απουσία αναφοράς του στις επιθέσεις που δέχθηκαν μεταξύ 2020 και 2026 οι (5) βουλευτές της Θεσσαλονίκης… Γιατί όμως;

 

Επειδή επί 6 ολόκληρα χρόνια δεν συνελήφθη ούτε ένας “μπαχαλάκιας” που τόλμησε να βάλει γκαζάκι και να προκαλέσει υλικές ζημιές σε γραφείο εκλεγμένου βουλευτή του κοινοβουλίου;

 

Ποιος νόμος και ποια τάξη, λοιπόν;…”.

 

Βάσιμα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως η δήλωση Μητσοτάκη μοιάζει πολύ με απάντηση στην κριτική του δημοσιογράφου ως προς τους χρόνους αντίδρασης της “Πολιτείας” -κάτι που αλλοιώνει η κυκλοφορία του νέου σεναρίου Marfin που προσπαθεί να περάσει ως γεγονός μεταξύ γεγονότων που συντελέστηκαν μέσα σ’ αυτά τα 16 ολόκληρα χρόνια.

 

Στο πλαίσιο του κλίματος που διαμορφώνει η αντιπαράθεση της κυβέρνησης με τον εαυτό της ο δημοσιογράφος Κ. Καββαδίας (“δημοκρατία” 12/7) γράφει:

 

“...Η εργαλειοποίηση αυτών των τραγικών γεγονότων εκτιμάται ότι κρύβει ένα βαθιά αυταρχικό δόγμα διακυβέρνησης που το καθεστώς Μητσοτάκη έχει ανάγκη. Η κυβέρνηση οφείλει να συνεχίσει ανέλεγκτη, ανεξέλεγκτη και στο απυρόβλητο το καταστροφικό έργο της στην οικονομία, στην παιδεία και την υγεία, και όποιος πολιτικός αντίπαλος και -κυρίως- πολίτης, κοινωνικός φορέας ή δημοσιογράφος τολμά να αντιδράσει, να ασκεί κριτική ή να αναδεικνύει τα “γαλάζια” σκάνδαλα θα χαρακτηρίζεται αυτόματα υπονομευτής της σταθερότητας ή ακόμα και ότι “πριμοδοτεί” έκνομες ενέργειες…”.

 

Με την “εργαλειοποίηση” τα έχει βάλει και ο Μαρινάκης:

 

“...Είναι αδιανόητο κάποιοι να επιχειρούν να εργαλειοποιήσουν μια δολοφονική επίθεση για να σπείρουν νέο μίσος και να απειλήσουν τη ζωή των ανθρώπων…”.

 

Η εύκολα εξηγήσιμη κοινή χρησιμοποίηση της “εργαλειοποίησης” που ξεκινά από διαφορετικές αφετηρίες και καταλήγει σε διαφορετικά τερματικά, δεν βοηθά καθόλου στο να δοθούν εξηγήσεις στην παρουσία του χάους μεταξύ της άμεσης αντίδρασης στην περίπτωση του εγκλήματος της Θεσσαλονίκης με αυτή της Marfin.

 

Το άρθρο του Δ. Μακροδημόπουλου (“ΕφΣυν” 10/7) συνδυάζει τις “Παράπλευρες απώλειες” του Ζίγκμουντ Μπάουμαν με τη θέση του Μαξ Βέμπερ για τη βία ως το νόμιμο μονοπώλιο του κράτους και τη “βιοεξουσία” του Μ. Φουκό για να προσδιορίσει τη “βία του νεοφιλελευθερισμού, του πελατειακού κράτους και της τρομοκρατίας” -προσπάθεια που νομίζω πως απλοποιούμε αν αφήσουμε τον ίδιο τον Πολωνό Κοινωνιολόγο να μας εξηγήσει:

 

“...Το σύγχρονο κράτος, έχοντας αναιρέσει την προηγούμενη προγραμματική του δέσμευση να πατάξει την υπαρξιακή αβεβαιότητα και ανασφάλεια που παράγεται από την αγορά… πρέπει να αναζητήσει άλλες μη οικονομικές εκδοχές τρωτότητας και αβεβαιότητας πάνω στις οποίες θα στηρίξει τη νομιμότητά του.

 

Αυτή η εναλλακτική λύση… έχει εντοπιστεί στο θέμα της προσωπικής ασφάλειας: … φανεροί και κρυφοί, πραγματικοί ή υποτιθέμενοι φόβοι για απειλές ενάντια στην ανθρώπινη ζωή, τις περιουσίες και τις κατοικίες, είτε προκύπτουν από πανδημίες… είτε από εγκληματικές δραστηριότητες ή αντικοινωνική συμπεριφορά των “υπο-τάξεων”, είτε από την παγκόσμια τρομοκρατία.

 

… η εναλλακτική ανασφάλεια με την οποία το κράτος ελπίζει ν’ αποκαταστήσει το χαμένο του μονοπώλιο πάνω στις δυνατότητες επανόρθωσης πρέπει να ενισχυθεί τεχνητά, ή τουλάχιστον να δραματοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εμπνεύσει ένα επαρκές επίπεδο φόβου και την ίδια στιγμή να υπερβεί σε βαρύτητα, να επισκιάσει και να υποβιβάσει σε δευτερεύουσα θέση την οικονομικά παραγόμενη ανασφάλεια…

 

Η βαρύτητα και το μέγεθος των κινδύνων κατά της προσωπικής ασφαλείας πρέπει να παρουσιαστούν με τα πιο ζοφερά χρώματα, ώστε η μη πραγματοποίηση των προαναγγελθεισών απειλών και των προβλεπομένων χτυπημάτων και δεινών… να μπορεί να επικροτηθεί ως μεγάλη νίκη της κυβέρνησης…”.

 

Όποιος προσπαθήσει να προσεγγίσει τη σκέψη του μεγάλου Κοινωνιολόγου δεν μπορεί παρά να παγιδευτεί στο τεράστιο βαρυτικό πεδίο που αυτή δημιουργεί.

 

Εάν ο Μανώλης είχε σκεφτεί πάνω στην αλλαγή της πηγής του μπαουμενικού “ρευστού φόβου” είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο πως θα προσάρμοζε ανάλογα και το ερώτημά του, και από το “Ποιος νόμος και ποια τάξη” θα πήγαινε στο “Πόσος νόμος και πόση τάξη” χρησιμοποιεί η μητσοτάκια βιοεξουσία ώστε να φέρει σε πέρας επιτυχώς τη θανατοπολιτική που εφαρμόζει πάνω στον λαό μας.

 

Κι ενώ τα πράγματα ακολουθούσαν την προσχεδιασμένη πορεία, με τη βοήθεια βέβαια της, επί 24ώρου βάσης, προπαγάνδας των θέσεων της κυβέρνησης απ΄ τα φασιστοκάναλα, και το νέο σενάριο της Marfin είχε αρχίσει να παίρνει θέση ανάμεσα στα γεγονότα όπως , επίσης, είχε αρχίσει ν’ αποδίδει και η εργαλειοποίηση του φόβου, ένα γεγονός απείλησε όλο αυτό το στημένο σκηνικό με κατάρρευση.

 

Τη Τετάρτη (8/7) το βράδυ ο 20χρονος Θοδωρής, που έτρεχε να ξεφύγει από τους διώκτες του φορώντας μόνο το μαγιό του, έπεσε σε κατάσταση “νεκρού-ζωντανού” γιατί μια σφαίρα από τις 21 που του έριξαν πισώπλατα οι δύο έμπειροι ΟΠΚΕτζήδες που τον κυνηγούσαν, τον βρήκε στο κεφάλι.

 

Με τον θάνατο, τελικά, του Θοδωρή (Σάββατο 11/7) η πρώτη αντίδραση ήρθε από τον δικηγόρο των δολοφόνων που επιχείρησε να μας πείσει πως ενώ πυροβολούσαν σημαδεύοντας “στον σταυρό” δεν υπήρχε “ενδεχόμενος δόλος”.

 

Αντίφαση που είναι εύκολα εξηγήσιμη μια και συνεχίζουμε να βρισκόμαστε εντός το βαρυτικού πεδίου της σκέψης του Μπάουμαν:

 

“...Η Χάνα Άρεντ εξηγεί το σοκ και τη σαστιμάρα που νιώσαμε… όταν πρωτοακούσαμε για το Άουσβιτς… επικαλούμενη τη τρομακτική δυσκολία του καθήκοντος να αφομοιώσουμε την αλήθεια και να τη βολέψουμε στην εικόνα του κόσμου με την οποία σκεπτόμαστε και ζούμε -μια εικόνα βασισμένη στην “… τρέχουσα σε όλα τα νομικά συστήματα υπόθεση ότι η πρόθεση αδικοπραξίας είναι αναγκαία για τη διάπραξη ενός εγκλήματος…”.

 

Η υπόθεση αυτή ήταν πράγματι μια αόρατη παρουσία στο εδώλιο του κατηγορούμενου καθ’ όλη τη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ.

 

Με τη βοήθεια των πολυμαθών δικηγόρων του, ο Άιχμαν προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι, εφόσον το μόνο κίνητρό του ήταν να κάνει καλά τη δουλειά του…, τα κίνητρά του δεν σχετίζονταν με τη φύση και τη μοίρα των αντικειμένων των πράξεών του -ότι αν το άτομο Άιχμαν έφερε ή δεν έφερε μνησικακία εναντίον των Εβραίων ήταν άνευ σημασίας…, και ότι προσωπικά δεν άντεχε τη θέα του φόνου, πόσο μάλλον των μαζικών δολοφονιών.

 

Με άλλα λόγια, ο Άιχμαν και οι δικηγόροι του άφησαν να εννοηθεί ότι ο θάνατος περίπου 6 εκατομμυρίων ανθρώπων δεν ήταν παρά απλή παρενέργεια (παράπλευρη απώλεια) ενός κινήτρου πιστής υπηρεσίας…”.

 

Καλά θα κάνουμε να συγκρατήσουμε ετούτη την εξήγηση της υποτιθέμενης αντίφασης γιατί ίσως τη χρειαστούμε ως σημείο αναφοράς στο άμεσο μέλλον.

 

Στη συνέχεια, η αναγραφή συνθημάτων στο σπίτι της υφυπουργού στην Κρήτη, ξημερώματα Κυριακής 12/7, λες και έγινε για να επισκιάσει τη λάμψη της δολοφονίας του 20χρονου από άνδρες της ΟΠΚΕ της ΕΛ.ΑΣ -λάμψης που πήγαινε να επισκιάσει τα εγκλήματα της Θεσσαλονίκης και της Marfin.

 

Τα συνθήματα, όμως, που έγραψαν οι, κατά δήλωσή τους, αναρχικοί, περισσότερο φέρνουν σε έκθεση ιδεών που ακυρώνει βασικούς κανόνες της συνωμοτικής δράσης.

 

Τι εννοώ: είτε ήταν λίγα άτομα και χρειάστηκαν αρκετό χρόνο, είτε ήταν αρκετά άτομα και χρειάστηκαν λίγο χρόνο είναι δύο περιπτώσεις που καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: η αναρχική επιχείρηση δεν ήταν “καταδρομική” -μάλλον με εκδρομική μοιάζει.

 

Επομένως, τα εικονικά, σεναριακά, “γεγονότα” που αποστραγγίζουν από τη σημασία τους τα πραγματικά, καθιστώντας τα άνευ σημασίας, δεν συνιστούν “απάντηση της δημοκρατίας στη βία” αλλά βίαιη αποδημοκρατικοποίηση εννοιών.