γράφει ο

Βύρων Δημητριάδης

 

“...Η προσήλωση στα πραγματικά στοιχεία δεν σημαίνει ουδετερότητα, αλλά σεβασμό στην ιστορική αλήθεια…” υποστηρίζει στο άρθρο της “Οι Ακροναυπλιώτες του Ιδιώνυμου όμηροι των Γερμανών κατακτητών” (“Documento” 22/2) η Βασιλική Λάζου δείχνοντας έτσι τις ανωμαλίες που διαμορφώνονται ανάμεσα στις κακοτράχηλες ορθολογικές θελήσεις.

 

“...Μας επιτρέπει -συνεχίζει- να αναγνωρίζουμε ταυτόχρονα τη βία και τη τρομοκρατία της ναζιστικής κατοχής αλλά και τη μακροχρόνια αντικομμουνιστική καταστολή που προηγήθηκε στην Ελλάδα.

 

Τα ίδια γεγονότα δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι εκτελέσεις ήταν ναζιστικό έγκλημα αντιποίνων, που κατέστη δυνατό επειδή υπήρχε ήδη ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατουμένων, πολλοί από τους οποίους είχαν φυλακιστεί στην Ακροναυπλία.

 

Μια ιστορική προσέγγιση που σέβεται αυτή τη σειρά των γεγονότων δεν συγχέει ούτε μοιράζει ευθύνες: Αποδίδει σε κάθε παράγοντα το πραγματικό του βάρος και μένει πιστή σε όσα μας δείχνουν οι πηγές…”.

 

Οι 600 περίπου φυλακισμένοι στην Ακροναυπλία κομμουνιστές μέλη και στελέχη (Ζαχαριάδης, Καλιγιάννης κ.α.) του ΚΚΕ αλλά και Αρχαιομαρξιστές όπως και Τροτσκιστές (Στίνας, Πουλιόπουλος κ.α.) ήταν πολιτικοί κρατούμενοι του δικτατορικού καθεστώτος Μεταξά από το 1936 και παρέμεναν φυλακισμένοι λόγω της άρνησής τους να υπογράψουν δήλωση αποκηρύσσοντας τον κομμουνισμό.

 

Το 1940 όταν ο ελληνικός στρατός πολεμούσε στην Αλβανία τους Ιταλούς ο Ζαχαριάδης, ως γ.γ του ΚΚΕ, με γράμμα του στις 31 Οκτώβρη του 1940 ζήτησε από τον Μεταξά να βγάλει τους κομμουνιστές από τις φυλακές και να τους στείλει στο μέτωπο να πολεμήσουν τον εχθρό της πατρίδας.

 

Ο Μεταξάς αρνήθηκε και συνέχισε να τους κρατά φυλακισμένους ως πολιτικούς κρατούμενους, ως τον “εσωτερικό εχθρό” της πατρίδας.

 

Τα πράγματα χειροτέρεψαν τους επόμενους 5-6 μήνες, κι έτσι: “...Όταν έφθασε η είδηση ότι οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα τον Απρίλη του 1941 και από στιγμή σε στιγμή θα έφθαναν και στην Ακροναυπλία, οι περισσότεροι κρατούμενοι άρχισαν να συζητούν την ιδέα της δραπέτευσης -γράφει ο καθηγητής Φιλοσοφίας και συγγραφέας Γιώργος Οικονόμου στο άρθρο του “Από την Ακροναυπλία στην Καισαριανή η κρυμμένη αλήθεια” (“ΕφΣυν” 5/3)-.

 

Όταν δε άρχισε ο βομβαρδισμός της περιοχής, διότι το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια στα οποία οι Βρετανοί και οι Νεοζηλανδοί στρατιώτες επιβιβάζονταν στα πλοία για να διαφύγουν προς την Αίγυπτο, οι συζητήσεις για ομαδική απόδραση εντάθηκαν.

 

Ο Στίνας αφηγείται (“Αναμνήσεις” σελίς 269): “...Σε όλη τη διάρκεια της ημέρας πλήθος γερμανικά αεροπλάνα βομβαρδίζανε το λιμάνι, τα φρούρια, τον σιδηροδρομικό σταθμό.

 

Άλλα πλοία καίγονταν και άλλα ανατινάζονταν στον αέρα. Ζούσαμε όλες αυτές τις εφιαλτικές ημέρες με το άγχος ότι από στιγμή σε στιγμή θα γινόμαστε πολτός από σάρκες.

 

Αυτή όμως η κατάσταση ήταν και η πιο κατάλληλη για την απόδρασή μας. Η φρουρά του στρατοπέδου είχε πανικοβληθεί και βρισκόταν διαρκώς σε πρόχειρα καταφύγια. Ήταν εντελώς δυνατή μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η απόδρασή μας. Και θα ήταν δυνατή δίχως θύματα…

 

Εμείς θέταμε διαρκώς το ζήτημα της ομαδικής μας απόδρασης και παντού σ’ όλη τη μάζα των κρατουμένων εύρισκε αυτό απήχηση. Αυτό ήταν το μοναδικό αντικείμενο των συζητήσεων.

 

Παντού άκουγες: Γιατί δεν φεύγουμε; θα μείνουμε εδώ να μας πιάσουν οι Γερμανοί;

 

Με αγανάκτηση οι σταλινικοί κρατούμενοι παρακολουθούσαν την παθητική στάση της ηγεσίας τους…”.

 

Ο Γιάννης Μανούσακας, που ήταν μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων, κοντά στο κόμμα αυτός συμφωνεί: “...Οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές ήτανε κρίσιμες.

 

Όλο το στρατόπεδο κουβεντιάζει για την απόδραση. Πως πρέπει και πως μπορούμε να φύγουμε. Όμως οι δισταγμοί εκείνων που είναι κοντά στην καθοδήγηση και ποτέ τους δεν έχουνε γνώμη μας υποψιάζουν.

 

Αυτοί δεν μιλάνε ή μας συστήνουν κιόλας να μην συζητάμε, κι ότι οι “αρμόδιοι” μελετάνε το θέμα.

 

Απ’ εδώ γεννιούνται υποψίες ότι η καθοδήγηση προσαρμόζεται να μας κρατήσει κει μέσα κι ότι οι συσκέψεις είναι πως θα προσαρμόσει κι εμάς τα μέλη της Ομάδας στην πολιτική της αυτή.

 

Στο μεταξύ μας πίεζαν κι ορισμένοι από τους χωροφύλακες που είχαν απομείνει για να φύγουμε.

 

Θυμάμαι που με σταμάτησε μπροστά στις κιγκλίδες ένας Χανιώτης χωροφύλακας ο Παπαδάκης, και μου λέει: “...Γιατί δεν φεύγετε, Μανούσακα, να φύγουμε κι εμείς; Μα δεν είστε άντρες. Όσο εσείς καθόσαστε μπορεί και μας κρατάει ο διοικητής μας.

 

Ποιος σας εμποδίζει και δεν το σκάτε; …” (“Ακροναυπλία” σελίς 171).

 

Τα ίδια έγιναν και στους 200 πολιτικούς κρατούμενους που επέστρεφαν από την Πύλο. Η φρουρά που τους συνόδευε τους είπε ότι είναι ελεύθεροι να φύγουν, αλλά ο κομματικός υπεύθυνος Κώστας Κολιγιάννης αρνήθηκε και έτσι επέστρεψαν στο στρατόπεδο.

 

Όμως η κομματική καθοδήγηση Ιωαννίδης-Ζωγράφος, ήταν αντίθετοι με την απόδραση με διάφορα ψεύδη, προφάσεις και δικαιολογίες, τη μια ότι αν δραπέτευαν ο διοικητής θα διέταζε να τους πυροβολήσουν, την άλλη ότι ο Υπουργός Ασφαλείας Μανιαδάκης είχε συμφωνήσει να τους απελευθερώσει όταν η κυβέρνηση θα εγκατέλειπε την Αθήνα, ή ότι ένεκα του συμφώνου μη αμοιβαίας επίθεσης που είχαν υπογράψει η Γερμανία του Χίτλερ και η Ρωσία του Στάλιν οι Γερμανοί θα τους άφηναν ελεύθερους (πρόκειται για το “Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ που υπεγράφη στις 23/8/1939).

 

Ο Στίνας συμπεραίνει: “...Αν η δικτατορία είναι μία φορά υπεύθυνη για την παράδοσή μας στους Γερμανούς, η σταλινική ηγεσία είναι εκατό φορές (“Αναμνήσεις” σελίς 271)...”.

 

Και ο Μανούσακας τονίζει με πίκρα ότι ήταν μεγάλο λάθος να μην δραπετεύσουν.

 

Ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ, γράφει στο βιβλίο του “Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία”: “...Οι τελευταίες μας πληροφοφρίες ήταν πως οι Γερμανοί πλησίαζαν στον Ισθμό της Κορίνθου. Η Ομάδα μας με επιτροπή της απαιτεί από τη διοίκηση του στρατοπέδου να μας αφήσει αμέσως ελεύθερους... Ο διοικητής μοίραρχος Γιαννίκος... γίνηκε κατάχλομος και άρχισε να φωνάζει από την πόρτα του γραφείου του: “Έχετε τον λόγο της στρατιωτικής μου τιμής ότι αν οι Γερμανοί περάσουν τον Ισθμό... θα πάρω κι εσάς και θα πολεμήσουμε μαζί...”.

 

Όπως έδειξαν τα πράγματα, ο κύριος διοικητής μας έλεγε ψέματα για να μας καθησυχάσει... Για να εκπληρώσει την αποστολή που πήρε από τον Μανιαδάκη, να μας παραδώσει αιχμάλωτους στους καταχτητές για να μας εξοντώσουν!...”.

 

Η κατάληξη των γεγονότων του Απρίλη του 1941 ήταν οι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές μετά από τρία ολόκληρα χρόνια αιχμαλωσίας να εκτελεστούν από τους Γερμανούς ναζί στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.

 

Τρία (3) ολόκληρα χρόνια, 1.095 ημέρες, τους κρατούσαν στα αζήτητα λες μέχρι που εμφανίστηκε η ευκαιρία να τους χρησιμοποιήσουν.

 

Σήμερα, η νεοναζιστική κυβέρνηση του Μητσοτάκη τους “έγδυσε” από ταυτοτικούς προσδιορισμούς εώς ότου δει σ' αυτούς “πατριώτες” -ενίοτε και “συμπατριώτες”.

 

Αντίθετα, το Ιερατείο του Περισσού τους “φόρεσε” εκείνους τους προσδιορισμούς ώστε να μη δει “...Μελλοθάνατους...” αλλά “...την πολιτική συνείδηση που πλάθει ανθρώπους ιδεολογικά ατσαλωμένους για τον ρόλο τους στην Ιστορία...” (“Ριζοσπάστης” 28/2).

 

Κανείς δεν θέλησε να δει αυτά τα τρία χρόνια σαν ένα κενό που το απεχθάνεται η Φύση, και η ιστορία της ανθρωπότητας. Γι' αυτούς -σε τελευταία ανάλυση- το κενό αποτελεί αναπόσπαστο δομικό στοιχείο της βουλησιαρχίας τους: το κρατούν πάντα γεμάτο με ιδεολογικές σαλαμούρες.

 

Υ.Γ. Μπροστά στη Ν.Δ του Μητσοτάκη η Χ.Α είναι παιδική χαρά.