

Η Καβάλα βρίσκεται στην 578η θέση ανάμεσα σε 761 ευρωπαϊκές πόλεις σε ό,τι αφορά τον εκτιμώμενο κίνδυνο θνησιμότητας από την ατμοσφαιρική ρύπανση, σύμφωνα με τη νεότερη έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA).
Βάσει των στοιχείων για την περίοδο 2024–2025, τα οποία δημοσίευσε το Climatebook, η Καβάλα κατατάσσεται 11η μεταξύ των 14 ελληνικών πόλεων που περιλαμβάνονται στην αξιολόγηση. Παρά το γεγονός ότι παρουσιάζει καλύτερη εικόνα συγκριτικά με τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, ανήκει και αυτή –όπως και το σύνολο των ελληνικών πόλεων της λίστας– στο επιβαρυμένο 30% των ευρωπαϊκών πόλεων με τη χειρότερη ποιότητα αέρα.
Η αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος δεν εξετάζει απλώς τις απόλυτες τιμές ενός σταθμού μέτρησης, αλλά συνδυάζει μοντελοποιημένες συγκεντρώσεις ρύπων με τον πληθυσμό, εκτιμώντας τον κίνδυνο από τη μακροχρόνια έκθεση σε τρεις βασικούς παράγοντες:
Τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια (PM₂.₅), τα οποία εισχωρούν βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα.
Το διοξείδιο του αζώτου (NO₂), που προέρχεται κυρίως από διεργασίες καύσης.
Το όζον (O₃).
Οι βασικές πηγές της ρύπανσης στα αστικά κέντρα της χώρας εντοπίζονται στην οικιακή θέρμανση, και ιδιαίτερα στην καύση ξύλου, στην οδική κυκλοφορία και στις βιομηχανικές δραστηριότητες.
Σε εθνικό επίπεδο, την πιο επιβαρυμένη εικόνα παρουσιάζουν τα Ιωάννινα, τα οποία βρίσκονται στην 755η θέση σε σύνολο 761 ευρωπαϊκών πόλεων, και ακολουθούν η Αθήνα (750ή) και η Θεσσαλονίκη (730ή). Είναι χαρακτηριστικό ότι 6 από τις 14 ελληνικές πόλεις βρίσκονται στο χειρότερο 10% της Ευρώπης. Αμέσως μετά την Καβάλα, σε ελαφρώς καλύτερη θέση, ακολουθούν η Κατερίνη (574η), η Καλαμάτα (552η) και τα Χανιά (551η).
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η βελτίωση της ποιότητας του αέρα προϋποθέτει συνδυασμένες παρεμβάσεις. Απαιτείται εξηλεκτρισμός της θέρμανσης, αυστηρότερος έλεγχος των βιομηχανικών εκπομπών, ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών, αλλά και συνεχής, διαφανής παρακολούθηση των ατμοσφαιρικών ρύπων ώστε να λαμβάνονται άμεσα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας.
