

Στην κορυφή της χερσονήσου της Παναγίας, εκεί όπου η παλιά πόλη της Καβάλας συναντά τον ουρανό, το ιστορικό της Κάστρο (Φρούριο για τους ιστορικούς) ετοιμάζεται να αποκτήσει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο στο νυχτερινό τοπίο.
Ο νέος φωτισμός αναδεικνύει την επιβλητική παρουσία του μνημείου, που εδώ και αιώνες παρακολουθεί τις αλλαγές της πόλης και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της φυσιογνωμίας της.
Με τον νέο νυχτερινό φωτισμό του, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, το Κάστρο ετοιμάζεται να αποκτήσει ξανά ξεχωριστή θέση στον ορίζοντα της πόλης μετά τη δύση του ηλίου. Για χρόνια, το μνημείο παρέμενε σκοτεινό ή φωτιζόταν αποσπασματικά, με αποτέλεσμα η χαρακτηριστική σιλουέτα του να μην αναδεικνύεται όπως αρμόζει στη σημασία του.
Η νέα παρέμβαση από τον δήμο Καβάλας, αποτελεί αφορμή για μια αναδρομή στην ιστορία ενός μνημείου που συνδέθηκε με πολέμους, πολιορκίες, διαδοχικές αυτοκρατορίες και σημαντικές αλλαγές στην πορεία της Καβάλας. Ενός χώρου που από αμυντικό οχυρό και διοικητικό κέντρο, μετέπειτα τόπο φυλάκισης και εξορίας, μετατράπηκε σταδιακά σε χώρο πολιτισμού, αναψυχής και τουριστικού ενδιαφέροντος.
Παράλληλα, πρόσφατα πραγματοποιήθηκαν στο Κάστρο έργα προσβασιμότητας και ανάδειξης του χώρου, με τη συνδρομή του υπουργείου Πολιτισμού και χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενισχύοντας τις δυνατότητες αξιοποίησης και ανάδειξης του ιστορικού μνημείου.
Και μπορεί στην πραγματικότητα να πρόκειται για ένα στρατιωτικό Φρούριο, ωστόσο το πιο χαρακτηριστικό τοπόσημο της πόλης για τους κατοίκους της παραμένει πάντα, το Κάστρο.
Ένα οχυρό με στρατηγική σημασία
Η Ακρόπολη της Καβάλας δεσπόζει στην κορυφή της χερσονήσου της Παναγίας, σε ύψος περίπου 70 μέτρων, προσφέροντας πανοραμική θέα στο λιμάνι, στον κόλπο, στο περιαστικό δάσος και στην ευρύτερη περιοχή. Η θέση της δεν επιλέχθηκε τυχαία. Από το ύψωμα μπορούσε να ελέγχεται το θαλάσσιο πέρασμα, αλλά και η Εγνατία Οδός, ένας από τους σημαντικότερους οδικούς άξονες της εποχής, που συνέδεε περιοχές της Μακεδονίας με την Κωνσταντινούπολη.
Η οχύρωση της περιοχής προϋπήρχε του σημερινού Κάστρου. Η αρχαία Νεάπολη, το λιμάνι που αναπτύχθηκε απέναντι από τη Θάσο και συνδέθηκε στενά με τους Φιλίππους, διέθετε τη δική της οχυρωμένη ακρόπολη. Στους βυζαντινούς χρόνους, η πόλη έγινε γνωστή ως Χριστούπολη και απέκτησε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία λόγω της θέσης της ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη.
Το 1391 αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς η Χριστούπολη κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς και η βυζαντινή ακρόπολη καταστράφηκε. Πάνω στα ερείπιά της οικοδομήθηκε αργότερα η νέα οχύρωση, η οποία διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τη μορφή και την έκταση της παλαιότερης.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς Κυριάκο Λυκουρίνο και Νίκο Καραγιαννακίδη, στο βιβλίο τους «Νεάπολις - Χριστούπολις - Καβάλα: Οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο της παλιάς πόλης», η ανοικοδόμηση της ακρόπολης πραγματοποιήθηκε σε διαδοχικές φάσεις. Τον Απρίλιο του 1425 κατασκευάστηκε ο εσωτερικός περίβολος, ενώ κατά τις επόμενες δεκαετίες έγιναν εκτεταμένες παρεμβάσεις και ενισχύσεις. Οι οθωμανικές πηγές αποδίδουν την οικοδόμηση ή την ανακατασκευή του οχυρού στους σουλτάνους Σελίμ Α΄ ή Σουλεϊμάν Α΄.
Στόχος ήταν ο έλεγχος του περάσματος της Εγνατίας, η προστασία από πειρατικές επιδρομές και η επιτήρηση των κινήσεων του βενετσιάνικου στόλου. Η φυσική οχύρωση του λόφου, με τις απόκρημνες πλευρές του, ενίσχυε τον αμυντικό χαρακτήρα του μνημείου.
Η σημασία του αποτυπώνεται και στις περιγραφές περιηγητών. Το 1425, ο Βενετός πλοίαρχος Πιέτρο Ζεν φέρεται να το χαρακτήρισε «αξιοθαυμαστότερον και ισχυρότερον» ακόμη και από το κάστρο της Καλλίπολης. Αργότερα, τον 17ο αιώνα, ο Τούρκος γεωγράφος Χατζηκάλφα το περιέγραφε ως ασύγκριτο, ενώ ο Εβλιγιά Τσελεμπή αναφερόταν στην ισχυρή φρουρά και στον οπλισμό του.
Από τις πολιορκίες στην παρακμή
Η οχύρωση γνώρισε επανειλημμένες μετατροπές, καθώς η εξέλιξη της πολεμικής τεχνολογίας απαιτούσε νέες αμυντικές λύσεις. Η κατασκευή πυροβολείων και η εγκατάσταση κανονιών στόχευαν στην προστασία κρίσιμων σημείων, όπως το υδραγωγείο, το λιμάνι και ο κόλπος του ναυπηγείου.
Ωστόσο, η ανάπτυξη του πυροβολικού περιόρισε σταδιακά την αμυντική αξία των παλαιών οχυρώσεων. Κατά τον 19ο αιώνα, περιηγητές, διπλωμάτες και στρατιωτικοί επισήμαιναν τις αδυναμίες του Κάστρου, ιδιαίτερα απέναντι σε επιθέσεις από τα γύρω υψώματα. Η φρουρά είχε περιοριστεί, τα κανόνια ήταν πεπαλαιωμένα και η στρατιωτική ετοιμότητα είχε υποχωρήσει.
Την περίοδο 1880-1885, το οχυρό υποβιβάστηκε στην κατηγορία των εγκαταλειμμένων. Οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και η φυλακή μεταφέρθηκαν σε άλλο σημείο της πόλης, τα πυροβόλα αποσύρθηκαν και η συντήρηση του μνημείου σταμάτησε, αφήνοντάς το εκτεθειμένο στη φθορά του χρόνου.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο χεδίβης της Αιγύπτου Αμπάς Χιλμί αγόρασε το φρούριο από την στρατιωτική υπηρεσία των Οθωμανών, με σκοπό να εγκαταστήσει εκεί Βιομηχανική και Βιοτεχνική Σχολή. Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε. Η τελευταία στρατιωτική χρήση της ακρόπολης καταγράφηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν χρησιμοποιήθηκε από τα στρατεύματα κατοχής.
Μετά από χρόνια εγκατάλειψης, το Κάστρο, αγοράστηκε τελικά από τον δήμο Καβάλας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 από τον Οργανισμό Αιγυπτιακών βακουφιών έναντι του ποσού των 70.000 δραχμών!
Η ιστορική διαδρομή του μνημείου αποτυπώνει τις αλλαγές που γνώρισε και η ίδια η πόλη. Η Καβάλα αναπτύχθηκε πέρα από τα παλιά τείχη, επεκτάθηκε προς τα δυτικά και συνδέθηκε με το εμπόριο και την οικονομική άνθηση του καπνού. Το Κάστρο έχασε τον στρατιωτικό του ρόλο, παρέμεινε όμως ένα σταθερό σημείο αναφοράς στην φυσιογνωμία της.
Στα ίχνη των αιώνων
Στην ιστορική διαδρομή του Κάστρου αναφέρεται, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο δημοσιογράφος και ερευνητής Θόδωρος Σπανέλης, ο οποίος αναδεικνύει τις διαφορετικές εποχές που αποτυπώνονται στην οχύρωση. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, «το μνημείο δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε μία ιστορική περίοδο, καθώς η σημερινή του μορφή αποτελεί αποτέλεσμα διαδοχικών επεμβάσεων και ανακατασκευών».
«Στα τείχη του συναντώνται ίχνη της βυζαντινής οχύρωσης, της βενετσιάνικης παρουσίας και κυρίως των οθωμανικών παρεμβάσεων. Η ιστορία του συνδέεται με την εξέλιξη της Χριστούπολης και της Καβάλας, αλλά και με τη στρατηγική σημασία της περιοχής για τις αυτοκρατορίες που επιδίωκαν να ελέγχουν τις χερσαίες και θαλάσσιες διαδρομές», υπογραμμίζει.
Η εσωτερική διαρρύθμιση του Φρουρίου αποκαλύπτει τον τρόπο λειτουργίας του. Ο εσωτερικός και ο εξωτερικός περίβολος οργανώθηκαν ώστε να ενισχύουν την άμυνα, ενώ ο μεγάλος κυκλικός πύργος αποτελούσε το τελευταίο σημείο αντίστασης σε περίπτωση που ο εχθρός περνούσε τα εξωτερικά τείχη.
Στον χώρο σώζονται επίσης η αποθήκη πυρομαχικών και τροφίμων, η οποία αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, το φυλάκιο της φρουράς και η δεξαμενή νερού, απαραίτητη για την επιβίωση των υπερασπιστών σε περίπτωση πολιορκίας. Οι κατασκευές αυτές αποτυπώνουν τον χαρακτήρα μιας μικρής, οργανωμένης αμυντικής εγκατάστασης, η οποία έπρεπε να μπορεί να αντέξει ακόμη και όταν η υπόλοιπη πόλη είχε περιέλθει στον εχθρό.
Ο Θόδωρος Σπανέλης επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τη σχέση του Κάστρου με τις Καμάρες (μεσαιωνικό υδραγωγείο). «Κατά την οθωμανική περίοδο, η ενίσχυση της οχύρωσης και η αποκατάσταση του υδραγωγείου συνδέθηκαν με την ανάπτυξη της πόλης. Το ένα μνημείο προστάτευε τον οικισμό και το άλλο εξασφάλιζε την υδροδότησή του, συγκροτώντας ένα δίδυμο έργων που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την Καβάλα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Από αμυντικό οχυρό σε χώρο πολιτισμού
Σήμερα, το Κάστρο αποτελεί έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους προορισμούς της Καβάλας. Η θέα προς το λιμάνι, την παραλία, το Αιγαίο και τις συνοικίες της πόλης προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες, ενώ η παλιά πόλη, με τα λιθόστρωτα δρομάκια, τα πετρόχτιστα σπίτια, τα χαγιάτια και τα ιστορικά κτίρια, συμπληρώνει την εμπειρία της περιήγησης.
Χιλιάδες επισκέπτες, καθ' όλη την διάρκεια του χρόνου, ανηφορίζουν τους λιθόστρωτους δρόμους της Θεόδωρου Πουλίδου και της Μεχμέτ Αλή, αντικρίζουν το μοναδικής αρχιτεκτονικής ομορφιάς Ιμαρέτ (που έχει μετατραπεί σ' ένα μνημείο φιλοξενίας και ιστορικής μνήμης), περνούν μπροστά από την Παλιά Μουσική (Χαλίλ Μπέη τζαμί) και φτάνουν μέχρι το Φρούριο.
Τους θερινούς μήνες, ο εξωτερικός περίβολος φιλοξενεί πολιτιστικές εκδηλώσεις, συναυλίες, θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις, καθώς και δραστηριότητες για παιδιά. Το υπαίθριο ανακαινισμένο θέατρο, χωρητικότητας περίπου 500 θέσεων, δίνει στο μνημείο μια νέα λειτουργία, μετατρέποντάς το από χώρο στρατιωτικής επιτήρησης σε σημείο συνάντησης καλλιτεχνών, κατοίκων και επισκεπτών.
Ο νέος φωτισμός έρχεται να συμπληρώσει αυτή την προσπάθεια, επαναφέροντας το Φρούριο στη νυχτερινή εικόνα της Καβάλας. Η σημασία του δεν περιορίζεται στην αισθητική αναβάθμιση. Αφορά και την σχέση των κατοίκων με ένα μνημείο που βρίσκεται διαρκώς μπροστά τους, αλλά η ιστορία του εκτείνεται πολύ πέρα από την καθημερινότητα της σύγχρονης πόλης.
Οι Καμάρες χαμηλά (που επίσης φωτίστηκαν πρόσφατα αναδεικνύοντας την μεγαλοπρέπεια του μεσαιωνικού υδραγωγείου) και το Κάστρο (Φρούριο) ψηλά παραμένουν οι δύο πέτρινες υπογραφές της Καβάλας. Με τον νέο φωτισμό, το Κάστρο αναδεικνύεται ξανά στον νυχτερινό ορίζοντα, θυμίζοντας την μακρά διαδρομή μιας πόλης που άλλαξε ονόματα, γνώρισε διαφορετικές αυτοκρατορίες και πολέμους, ξεπέρασε τα τείχη της και αναπτύχθηκε προς την θάλασσα.
Ένα μνημείο που κάποτε προστάτευε την πόλη από τους επιδρομείς, σήμερα προστατεύει με διαφορετικό τρόπο την μνήμη της, παραμένοντας ένα ζωντανό σύμβολο της ιστορίας και της ταυτότητάς της.
(ΑΠΕ - ΜΠΕ)