

Στην καπναποθήκη του συνεταιρισμού στο Μακρυχώρι Καβάλας, ο χειμώνας δεν έμενε έξω. Έμπαινε μέσα. Στα κόκαλα, στα πνευμόνια, στα χέρια των κοριτσιών.
Η μυρωδιά του καπνού ανακατευόταν με υγρασία και φτώχεια. Η Βασιλική ήταν μόλις 18 χρονών.
Κάθε μέρα ξεκινούσε στις 5 το πρωί. Διένυε με τα πόδια τη λάσπη για να φτάσει στην αποθήκη. Φορούσε τη χοντρή, μπαλωμένη ζακέτα της μητέρας της και από μέσα το «καλό» της φόρεμα — ένα γκρι-μπλε, φυλαγμένο μόνο για τη δουλειά.
«Να μην σε δει το αφεντικό κουρελού», της έλεγε.
Δούλευε δώδεκα ώρες. Από τις 6 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα. Στο παστάλιασμα.
Το παστάλιασμα δεν ήταν απλή εργασία. Ήταν δεξιοτεχνία. Το ξερό φύλλο βρεχόταν ελαφρά με τα χείλη, μαλάκωνε, ισιωνόταν προσεκτικά με τα δάχτυλα και τοποθετούνταν στο γόνατο. Φύλλο το φύλλο, δημιουργούνταν μάτσα. Τα μάτσα δένονταν και γίνονταν δέματα για εξαγωγή — στην Αμερική, τη Γερμανία, την Ολλανδία. Η Βασιλική ξεχώριζε.
Τα μάτσα της ήταν τα πιο καθαρά. Τα δάχτυλά της δεν έσκιζαν φύλλο.
Γι’ αυτό την τοποθέτησαν δίπλα στο παράθυρο. «Να τη βλέπουν οι ξένοι», είπε ο επιστάτης.
Τον Δεκέμβριο του 1954, ένας φωτογράφος από την Αθήνα, ο Δημήτρης Χαρισιάδης, απαθανάτισε τη σκηνή. Η Βασιλική δεν σήκωσε το βλέμμα. Αν σταματούσε, θα έχανε το μεροκάματο — πέντε δραχμές την οκά.
Έξω χιόνιζε. Μέσα, η σόμπα έκαιγε καπνόφυλλα. Τα κορίτσια έβηχαν. Η Βασιλική κρατιόταν.
Τα δάχτυλά της είχαν ήδη πάρει το πορτοκαλί χρώμα του καπνού — ένα σημάδι που δεν έφευγε ούτε με σαπούνι ούτε με πέτρα. Πολλές γυναίκες έκρυβαν τα χέρια τους ακόμα και την ημέρα του γάμου τους.
Δίπλα της, η Ελένη, 19 ετών και άρρωστη με φυματίωση, τη ρώτησε: «Τι ονειρεύεσαι;» «Τίποτα», απάντησε.
Δεν ήταν αλήθεια. Ονειρευόταν τη θάλασσα. Ένα σπίτι χωρίς μυρωδιά καπνού. Χέρια καθαρά. Ονειρευόταν να φύγει.
Σκεφτόταν τον Φώτη, ναυτικό. Είχε φύγει μήνες πριν, με υπόσχεση επιστροφής. Από τη Μασσαλία της είχε στείλει ένα γράμμα και ένα μικρό μπλε φουντάκι από ναυτική ζακέτα. Το κρατούσε κάτω από το μαξιλάρι της.
Το ίδιο βράδυ, γύρισε σπίτι και βρήκε νέο γράμμα.
Είχε παντρευτεί.
Η Βασιλική δεν έκλαψε. Έριξε το φουντάκι στη σόμπα. Η μυρωδιά του καμένου μαλλιού γέμισε το δωμάτιο.
Την επόμενη μέρα, πήγε ξανά στη δουλειά. Και την επόμενη. Και την επόμενη.
Η Βασιλική έμεινε στον καπνό μέχρι το 1962. Όταν οι καπναποθήκες έκλεισαν, εργάστηκε σε εργοστάσιο. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Έμεινε στο ίδιο σπίτι, μεγαλώνοντας τα μικρότερα αδέλφια της.
Πέθανε το 2003, από προβλήματα στους πνεύμονες.
Στο συρτάρι της βρέθηκε η φωτογραφία. Ασπρόμαυρη. Στο πίσω μέρος, με μολύβι, έγραφε: «Δεκέμβρης 1954. Κρυώνω.»
Ακόμη και στο τέλος της ζωής της, τα δάχτυλά της διατηρούσαν μια ελαφριά πορτοκαλί σκιά. Γιατί ο καπνός δεν φεύγει.
Μπαίνει στο δέρμα. Στα πνευμόνια. Στη μνήμη. Και σήμερα, που η φωτογραφία έχει αποκτήσει χρώμα, ξεχωρίζει το μπλε του φορέματος. Και τότε γίνεται σαφές: Δεν ήταν μια ηλικιωμένη εργάτρια. Ήταν ένα κορίτσι 18 χρονών. Που ονειρευόταν.
Πηγή: chrysoupoli news
Φωτογραφικό αρχείο Δημήτρη Χαρισιάδη, Μουσείο Μπενάκη
