

γράφει ο
Βύρων Δημητριάδης
“...Και δεν σας κρύβω, η διάθεση της κυβέρνησης είναι να πιστεύουμε τους λιμενικούς, τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από το να “επιτεθούν” σε κανέναν και αντιμετωπίζουν επιθέσεις, και όχι τους λαθροδιακινητές...” δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στους δημοσιογράφους.
Όπως είναι φυσικό, ακολουθώντας τη ροή των αδιαμφισβήτητων γεγονότων (καρατσεκαρισμένων -όπως θα έλεγε και η Μαλβίνα- ιδιαίτερα την εποχή αυτή που ο Μητσοτάκης αποφασίζει ως φυρερίσκος τόσο για την ύπαρξή τους όσο και για τη σημασία τους), καταλήξαμε να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο με αυτούς που πατούν, τελικά, την σκανδάλη ή, όπως στην περίπτωση της Χίου και της Ρόδου που τσακίζουν κεφάλια και κορμιά μεταναστών όταν με τα περιπολικά του Λ.Σ “καβαλούν” μισοβυθισμένα φουσκωτά.
Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ύστερα μάλιστα και από την επιβεβαιωτική παρέμβαση του Βορίδη ως προς τη “φυσικότητα” της “νόμιμης αποτροπής” (βλ: “Μοιάζει με έγκλημα κατά της ανθρωπότητας” Μέρος Β'), ότι η κυβέρνηση καλλιεργεί σαν σε θερμοκήπιο -μέσα δηλαδή στην κοινωνία των ελλήνων- το “εμφυλιοπολεμικό κλίμα” μόνο και μόνο για να προκαλέσει αποπροσανατολισμό ώστε να μην αντιληφθούμε το “έγκλημα κατά της ανθρωπότητας” που συντελείται εδώ και χρόνια στα ελληνικά πελάγη σε καιρό ειρήνης εις βάρος ανυπεράσπιστων και εγκλωβισμένων μεταναστών και προσφύγων -πάνω από το 50% γυναικόπαιδα.
Πράγματι. Όσο κι αν φαίνεται παράλογο η βορίδια παραφύση φυσικοποίηση της “νόμιμης αποτροπής”, με το ταυτόχρονο κλείδωμα της “διάσωσης” πέρα στα διεθνή δίκαια των θαλασσών, ξεκαθάρισε τα πράγματα ώστε να μην μπορούν να σταθούν σενάρια που, ντε και καλά, προσπαθούν να επιβάλλουν μια εντελώς θεωρητική συνύπαρξη δύο ανειρήνευτων αντιθέσεων όπως αυτές που περιγράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κύπρου Χαρίδημος Τσούκας με τα δύο του άρθρα στην “Καθημερινή” (15/2 και 22/2):
Με το πρώτο, “Το τραγικό δίλημμα στο μεταναστευτικό”, μας τοποθετεί εντός ενός δυστοπικού καθεστώτος: “...Εφόσον το Λιμενικό υπηρετεί δύο αντικρουόμενους σκοπούς, την προστασία των συνόρων με ταυτόχρονη τήρηση ηθικών αρχών και νομικών δεσμεύσεων, ό, τι και να κάνει θα είναι προβληματικό...”.
Στη συνέχεια με το “Μεταναστευτικό: δεν θέλουμε να μάθουμε” εντός του δυστοπικού καθεστώτος προσθέτει οργουελικά χαρακτηριστικά:
“...Όψεις της δράσης του Λιμενικού στην Πύλο επαναλαμβάνονται στη Χίο. Το πόρισμα του Συνήγορου του Πολίτη για το πρώτο είναι έρευνα περιστατικού, δεν αποσκοπεί σε συστάσεις...”, για να καταλήξει: “...Δεν μαθαίνουμε, δεν θέλουμε να μάθουμε, δεν προβληματιζόμαστε. Γι' αυτό δεν θα αποτυγχάνουμε καλύτερα...”!!!
Ας μην ξεχνάμε πως για την περίπτωση των 600-650 πνιγμένων μεταναστών στην Πύλο, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο προχώρησε στη δίωξη του νυν αρχηγού του Λιμενικού Τ. Κοντιζά με κακουργηματικές κατηγορίες και ότι το Ναυτοδικείο θα φέρει στο ειδώλιο 21 αξιωματικούς του Λιμενικού με τις ανάλογες κατηγορίες.
Αλήθεια, τι ακριβώς συμβαίνει με τους “...λιμενικούς, τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα από το να “επιτεθούν” σε κανέναν και αντιμετωπίζουν επιθέσεις...”;
Η τέτοια τοποθέτηση του νεαντερντάλιου κυβερνητικού εκπροσώπου, θέλοντας και μη, μας τοποθετεί κατευθείαν στο χωροχρονικό σημείο που περιγράφει ο Γάλλος Ιστορικός Johann Chapoutot (βλ: “Η Πολιτιστική Επανάσταση του Ναζισμού”):
“...Ένα μεγάλο πουλί, χλωμό και αμήχανο, μέσα σε γυάλινο κλουβί. Με το φαλακρό του κρανίο, τα χοντρά του γυαλιά και τη φαινομενική συστολή του, είναι μια καρικατούρα γραφειοκράτη ο άνθρωπος που μπαίνει στην αίθουσα του δικαστηρίου της Ιερουσαλήμ στις 11/4/1961...
Το σοκ που προκαλεί αυτή η εικόνα είναι πραγματικό...: ενώ η παγκόσμια κοινή γνώμη περιμένει να δει ένα τέρας, το πρότυπο του Herrenmensch, του “Κυρίου” με έμβλημα τη νεκροκεφαλή, αντικρίζει στη θέση του έναν χαρτογιακά, έναν άνθρωπο ανιαρό και αδέξιο, έναν συνηθισμένο υπαλληλίσκο χωρίς κανένα χάρισμα ή βάθος...”.
Είναι κομματάκι απίθανο να ταιριάζει η περιγραφή του Άιχμαν με τα χαρακτηριστικά, ας πούμε, του κυβερνήτη του περιπολικού 1077 του Λ.Σ, όμως ο “ανθρωπότυπος του ναζί” που πραγματεύεται η Γερμανοεβραία φιλόσοφος Χάνα Άρεντ είδε στον Άιχμαν... την επιβεβαίωση της ανάγνωσής της για τον σύγχρονο κόσμο...
Η Άρεντ ερμηνεύει τα κοινωνικά φαινόμενα του παρόντος (...) ως έργο μιας ανθρωπότητας που δεν σκέφτεται, που υπολογίζει βέβαια τα μέσα για τους σκοπούς της (το πώς να γίνει κάτι), αλλά δεν διερωτάται ποτέ για τους ίδιους τους σκοπούς (το γιατί να γίνει κάτι) -μιας ανθρωπότητας που πράττει, επομένως, χωρίς να ξέρει στ' αλήθεια τι πράττει.
Ο Άιχμαν γίνεται μια ανέλπιστη εμπειρική επαλήθευση αυτής της θέσης: το μεγαλύτερο έγκλημα της ανθρώπινης Ιστορίας, το οποίο απαίτησε την εφαρμογή τεράστιων υλικοτεχνικών και βιομηχανικών μέσων που συνήθως αφιερώνονται στην παραγωγή και στις εμπορικές συναλλαγές, το οποίο χρειάστηκε έναν άψογο ορθολογικό σχεδιασμό και συντονισμό, διαπράχθηκε από ανθρώπους σαν τον Άιχμαν, τον ανώτατο σταθμάρχη του Ολοκαυτώματος.
Δεν ήταν κακοί, ήταν αδιάφοροι. Μεθοδικοί και επιμελείς, απέχοντας συνειδητά από κάθε σκέψη, επεξεργάζονται, διευθετούν, οργανώνουν, χωρίς να αναρωτιούνται για τον απώτερο σκοπό των πράξεών τους: τη δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων...
Η Άρεντ θέλει, λοιπόν, να επανεντάξει τον Άιχμαν και τους ομοίους του στην ανθρωπότητα, ώστε να μην μπορούμε να αποφύγουμε το καθήκον της σκέψης και να διερωτηθούμε τι είναι αυτό που μετατρέπει φυσιολογικούς και συνηθισμένους ανθρώπους σε δολοφόνους εκατομμυρίων.
Η υπόθεσή της δεν κολακεύει διόλου τους σύγχρονούς της: οι μηχανισμοί εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης του σύγχρονου κόσμου (...) παράγουν εν δυνάμει Άιχμαν, προδιαθέτοντας στο έγκλημα: και να που ο Άιχμαν τοποθετείται στο κέντρο της νεοτερικότητας ανάγεται σε σύμπτωμα -αν όχι το χαρακτηριστικό παράδειγμα- της εποχής του (που είναι η δική μας) και του δυναμικού της.
Η παράδοξη αυτή σκέψη... υποστηρίχτηκε από επιστημονικές μελέτες όπως αυτές του Zygmunt Bauman, και από ταινίες μυθοπλασίας όπως το “La Question humaine”, που εστιάζουν στην αναλογία ανάμεσα στο ναζιστικό βιομηχανικό έγκλημα και έναν εγκληματικό καπιταλισμό, τον καπιταλισμό του κοινωνικού σχεδιασμού, των απολύσεων και της πραγμοποίησης του ανθρώπου, ο οποίος θεωρείται απλός “πόρος” και υποτάσσεται στις επιταγές του κέρδους...”.
Ο ίδιος ο Άιχμαν, πάντως, με τις απαντήσεις που έδωσε, πρόσθεσε προβληματισμό όπως, για παράδειγμα, μ' αυτή που δίνει στο δικαστήριο:
“...Υπάκουα, αυτό είναι όλο. Ό, τι κι αν με διέταζαν να κάνω, εγώ υπάκουα. Υπάκουα, αυτό είναι αλήθεια, ναι, υπάκουα (...). ο όρκος είναι όρκος. Εκείνη την εποχή, υπάκουα τυφλά στον όρκο μου. Σήμερα, όμως τέλος: δεν θα έδινα τέτοιον όρκο (...) θα αρνιόμουν, για ηθικούς λόγους. Επειδή έζησα στο πετσί μου τι θα πει όρκος...”.
Υπάρχει και η άλλη απάντηση που δίνει στην προανάκριση αναφερόμενος στην “κατηγορική προσταγή” του Καντ(!!!) και τονίζοντας τις λέξεις ότι είχε ζήσει όλη του τη ζωή σύμφωνα με τις ηθικές αρχές του Καντ και, πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο Καντ για το καθήκον.
Όμως, εδώ, δεν μας απασχολεί η ηθική του Άιχμαν αλλά ο ανθρωπότυπος των κυβερνητών και των πληρωμάτων των περιπολικών του Λιμενικού Σώματος “...η δουλειά...” των οποίων σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, “...είναι να προστατεύουν τα σύνορά μας... και να αποτρέπουν την παράνομη είσοδο στη χώρα μας ανθρώπων...”.
Μοιάζει ο ανθρωπότυπος μας με αυτόν των Ναζί;
Ναι, εφόσον οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες -οι οποίες σύμφωνα με τον Καστοριάδη δεν είναι ούτε ορθολογικές ούτε πραγματικές- αντιλαμβάνονται την έννοια της πατρίδας ως “ζωτικό χώρο” (Lebensraum) μιας “κοινωνίας φυλετικών συντρόφων” (Volksgenussen) και την έννοια του Κράτους-όργανο που υποτάσσεται στη φυλή και υπερασπίζεται την καθαρότητά της ως ελληνοχριστιανικό ιδεώδες.
Υ.Γ. Μπροστά στη Ν.Δ του Μητσοτάκη η Χ.Α είναι παιδική χαρά.