

γράφει ο
Γιώργος Καρανίκας
Ναι όχι εκεί που ζούσε η Μαντάμ Σουσού στις φαντασιώσεις της, αλλά εκεί που ζει την καθημερινότητά του ο λαός μας.
Σήμερα που έχουν περάσει 102 χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή αν καθίσει κανείς και αναλογιστεί τον ρουν της ιστορίας θα καταλάβει ότι η εκάστοτε εξουσία έχει καταδικάσει την πλειοψηφία να ζει στον Μπύθουλά της.
Ναι εκεί κάτω στα σοκάκια της ανέχειας, της αναξιοπρέπειας, της χαμερπούς ζωής και στο αλισβερίσι που οδηγεί σε συγκρούσεις και αναίτιους καυγάδες.
ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ, το δημοφιλέστερο ποίημα του Βάρναλη, χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα κατορθώματα του νεοελληνικού λυρισμού.
Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μαύρος Γάτος το 1922, τον ίδιο χρόνο που ο ποιητής με τη σύνθεσή του Το φως που καίει εγκαταλείποντας τις προηγούμενες αναζητήσεις του χάραξε τη νέα του πορεία: να υπηρετήσει με την τέχνη του την αριστερή ιδεολογία στην οποία είχε ενταχθεί.
Ο κοινωνικός στόχος του ποιήματος είναι σαφής: να απεικονίσει με τα πιο παραστατικά χρώματα τη δυστυχία των απόκληρων της ζωής.
Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.
Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!
Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.
Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.
- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει;
Κανένα στόμα δεν το 'βρε και δεν το 'πε ακόμα.
Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα,
όπου μας εύρει, μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»…
Αυτά τα λέει ο Βάρναλης 102 χρόνια πριν, όχι τυχαία στην καταχνιά και την αβεβαιότητα του 1922!
Αναρωτιέται βέβαια αν φταίει το κεφάλι το κακό μας, το κρασί ή το κακό το ριζικό μας.
Και το ριζικό που είναι το πεπρωμένο, φυγείν αδύνατον που έλεγον και οι αρχαίοι μας που σημαίνει ότι … δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς από τη μοίρα του.
Και ποια είναι η μοίρα μας για να απαντήσω στον Βασίλη Δημητρίου, που στιχούργησε το …όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο;
Μα τι λέω, θα του απαντήσω με τον στίχο του Βάρναλη, που είναι η κατακλείδα του στο ποίημα «Οι Μοιραίοι» … Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»…