

γράφει ο
Κωστής Σιμιτσής
Περπατώντας τις προάλλες στο κέντρο γειτονικής πόλης συναντήθηκα τυχαία με έναν παλιό συνάδελφο. Η ταλαιπωρία που πέρασε για πολλά χρόνια στις αίθουσες των δικαστηρίων και στη φυλακή μού είναι γνωστή και δεν μπόρεσα να αρνηθώ την πρόταση να πιούμε έναν καφέ. Ήθελε κιόλας να με ευχαριστήσει, αφού είχα αναφέρει τα βάσανά του σε ανάρτησή μου σχολιάζοντας την άρνηση -ατολμία; αδυναμία;- των δικαστών να εξετάσουν με ψυχραιμία την υπόθεση.
Ο συνάδελφος ήταν διευθύνων σύμβουλος σε δημοτική επιχείρηση. Ύστερα από έλεγχο διαπιστώθηκε τυπικό έλλειμμα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Στην πραγματικότητα δεν έλειπε ούτε ένα ευρώ, το λάθος ήταν πως οι εισροές από τον Δήμο δεν αντιστοιχούσαν σε εκροές, επειδή το λογιστήριο δεν ζητούσε αποδείξεις για τις πληρωμές.
Αποδείχθηκε ότι κανείς εργαζόμενος δεν ήταν απλήρωτος, κανείς προμηθευτής, κανείς συνεργάτης. Όλες οι οφειλές ήταν τακτοποιημένες, όλες οι πληρωμές έγιναν έστω και χωρίς την απαραίτητη γραφειοκρατική τάξη. Η τοπική κοινωνία όμως συνταράχτηκε, οι φήμες γιγάντωσαν το έλλειμμα και απαξίωσαν τα πρόσωπα, σταδιακά ο «εμπλεκόμενος» έγινε δράστης και απατεώνας και κοινωνικά απόβλητος χάνοντας σχέσεις, φιλίες και ερείσματα. Ανακριτές και εισαγγελείς, ακολουθώντας το δόγμα Παπαγγελόπουλου, τον έστειλαν στο ποινικό δικαστήριο, που τον καταδίκασε και τις δύο φορές σε βαρύτατες ποινές. Έμεινε στη φυλακή περισσότερο από 4,5 χρόνια μέχρις ότου απαλλαγεί με απόφαση του Αρείου Πάγου. Σήμερα τον κυνηγούν ακόμη διοικητικές ουρές της βασικής κατηγορίας, πχ πρόστιμα και προσαυξήσεις στον ΕΦΚΑ ή στη ΔΟΥ για χρέη που αποδείχθηκε πως δεν υπήρχαν. Ωστόσο, δικαιούται να λάβει αποζημίωση για την άδικη φυλάκιση, ένα ασήμαντο αναλογικά ποσό λίγων δεκάδων χιλιάδων ευρώ, το οποίο θα πληρώσουμε όλοι, επωμιζόμενοι το ηθικό βάρος της κακοδικίας αλλά και τη συλλογική ενοχή για μια άδικη δίωξη που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μας για πάνω από δέκα χρόνια.
Θα περίμενε κανείς πως κατά τη διάρκεια αυτής της σκανδαλώδους υπόθεσης το πολιτικό κλίμα στη γειτονική πόλη θα άλλαζε άρδην. Ότι θα είχε γίνει σεισμός στην τοπική και στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση -και στις βουλευτικές εκλογές. Ότι το εκλογικό σώμα, απηυδισμένο από τους καταχραστές του δημόσιου χρήματος θα έστρεφε δυναμικά την πλάτη προς το κόμμα που εξέθρεψε τέτοιες συμπεριφορές και τέτοια στελέχη. Ότι όσοι φώναζαν «άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν» θα έσπευδαν να αλλάξουν εκλογική συμπεριφορά και δεν θα περίμεναν την οριστική ετυμηγορία του Αρείου Πάγου.
Να όμως που δεν άλλαξε τίποτε! Και τότε και τώρα.
Τι συμβαίνει άραγε; Είναι ο λαός μας τόσο διεφθαρμένος, ώστε καταδικάζει μόνον αυτούς που λόγω ατυχίας ή από έλλειψη προνοητικότητας πιάνονται με τη γίδα στην πλάτη; Ότι παραμερίζει κάθε ηθικό ενδοιασμό, αρκεί να μη γίνει γνωστό πως «ο δικός μας» μεγαλόσχημος έβαλε το χέρι στο μέλι;
Συμβαίνει μάλλον κάτι πολύ χειρότερο. Ο ελληνικός λαός διακατέχεται από μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και προς τα πρόσωπα που τους (και τον) εκπροσωπούν. Αισθάνεται αποξενωμένος από το σύστημα εξουσίας, νιώθει πως οι αποφάσεις του λαμβάνονται σε μακρινά κέντρα χωρίς να τον λαμβάνουν υπόψη, και, όταν τον επηρεάζουν προσωπικά, αντιλαμβάνεται πως έχει λίγους τρόπους αντίδρασης εκτός από την υποταγή, κυρίως παρακάμπτοντας τους κανόνες με άτυπες αλλά εδραιωμένες πρακτικές, όπως είναι το ρουσφέτι ή η μαύρη οικονομία.
Όταν πίσω από τους «αντικειμενικούς» και «απρόσωπους» μηχανισμούς κρύβεται μια άνευρη και ευθυνόφοβη διοίκηση, ποιος πολίτης μπορεί να αισθάνεται σίγουρος πως αντιμετωπίζεται αξιοκρατικά, ισότιμα, με το ενδιαφέρον που δικαιούται στη δημοκρατική μας κοινωνία;
Η αληθινή μεταρρύθμιση του πολιτικού μας συστήματος θα προκύψει μέσα από πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της αξιοπιστίας των θεσμών. Προφανώς χρειάζονται νέοι νόμοι αλλά εκείνο που πρώτα από όλα προέχει είναι ο έλεγχος της εφαρμογής των κανόνων και η μακροχρόνια εφαρμογή τους. Ποιος αμφισβητεί σήμερα την αυστηρή και αδέκαστη αντικειμενικότητα του ΑΣΕΠ ή των εισαγωγικών εξετάσεων για τα ΑΕΙ;
Αν μπορεί σήμερα ένα δημοκρατικό κόμμα να πάρει κάποιο μάθημα από το κυνήγι των μαγισσών της δεκαπενταετίας που πέρασε, είναι πως δεν αρκεί να κουνάει το δάχτυλο προς τους αντιπάλους για ζητήματα ηθικής μονάχα. Και οι καυχησιολογίες για το περιβόητο «ηθικό πλεονέκτημα» είναι περιττές, αφού όλοι γνωρίζουμε πως υπάρχει πάντα η πιθανότητα κάποιοι να ενδώσουν στους πειρασμούς (αλλά και κάποιοι να κατηγορούνται άδικα). Ο αγώνας για την εδραίωση της ηθικής διακυβέρνησης είναι κυρίως πολιτικός. Το δημοκρατικό κόμμα οφείλει να αποδείξει πως έχει τη δυνατότητα να κάνει πράξη τις εξαγγελίες του. Να εμφυσήσει στους πολίτες την πίστη ότι μπορεί να τα καταφέρει, διορθώνοντας τις πολλές αποτυχίες και ξεπερνώντας τις λίγες επιτυχίες της σημερινής κυβέρνησης. Ότι προτείνει ένα αληθινά μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα για τη λειτουργία του κράτους, που θα εφαρμοστεί καθολικά και προς το κοινό συμφέρον. Ότι νοιάζεται για το καλό καθενός προσωπικά, το οποίο όμως θα έρθει μέσα από δίκαιες και συλλογικές διαδικασίες και όχι χάρη σε προσωπικές εκδουλεύσεις. Ότι κοιτάζει μπροστά, με επίγνωση των ιστορικών στιγμών και των εμπειριών που έζησε η χώρα, σχεδιάζοντας τι θα κάνει για τις τράπεζες (για την άμυνα, την οικονομία, την εκπαίδευση) από εδώ και πέρα και όχι αναμασώντας σχόλια πως έπρεπε να κλείσουν νωρίτερα το 2015.
Τέτοιο θα είναι το κόμμα που αξίζει να λάβει την εμπιστοσύνη και την ψήφο του λαού για να κυβερνήσει τη χώρα.