γράφει ο

Κώστας Χατζηεμμανουήλ

 

Οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και αναστήθηκαν και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία. (Γιώργος Σεφέρης).

 

Δεύτερη μέρα του Απρίλη και βρέχει από το πρωί στην Αθήνα. Έβρεχε όλη νύχτα. Έτσι μπήκε ο μήνας, με βροχή.

Η πτήση Α3114 για Θεσσαλονίκη είναι έτοιμη για αναχώρηση. Το ρολόι δείχνει έντεκα το πρωί. Σε λίγο, οι τροχοί του αεροσκάφους αφήνουν τον μουσκεμένο διάδρομο του «Ελ. Βενιζέλος» και βρισκόμαστε να καλπάζουμε με μπόλικες αναταράξεις στην λευκή κόμη της «Νεφελοκοκκυγίας». Μέσα από τα λίγα ανοίγματα της αντάρας η Αττική μας αποχαιρετά.

 

Δυο μέρες πριν, τελευταία μέρα του Μάρτη, ο αίθριος καιρός συνέδραμε στην επιτυχία της μεγάλης γιορτής του «Διαζώματος», στο Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας. Την τιμητική του στην εκδήλωση αυτή είχε το Αρχαίο Θέατρο της Θάσου και το χρονικό της αναστήλωσής του.

Λατρεύω το διάβασμα όταν ταξιδεύω με αεροπλάνο, λεωφορείο, τρένο, πλοίο.

 

Στα χέρια μου κρατώ ένα πρόγραμμα παράστασης-κειμήλιο του 1964, του «Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος», του «Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου». «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη, σε μετάφραση Κώστα Βάρναλη, σκηνικά και κοστούμια Νίκου Εγγονόπουλου, σκηνοθεσία Σωκράτη Καραντινού, ονόματα στον χώρο πια του μύθου, στους πρώτους ρόλους Δημήτρης Παπαμιχαήλ και Δέσπω Διαμαντίδου.

 

Ήμουν κι εγώ εκεί. Με πήγαν. Πέντε χρονών παιδάκι. Δεν καταλάβαινα. Ένιωθα όμως κάτι πρωτόγνωρο. Μια δόνηση από έναν άλλον κόσμο, κοντινό, όχι μακρινό, που ήρθε τη μέρα εκείνη του Αυγούστου να κατασκηνώσει μέσα μου για πάντα. Ήρθε σαν πρωτόγονος ενθουσιασμός για να γίνει με τα χρόνια η «δι ελέου και φόβου κάθαρσις».

 

Στο πρόγραμμα της παράστασης, το εισαγωγικό σημείωμα το υπογράφει ο αείμνηστος Λαζαρίδης, ο Έφορος Αρχαιοτήτων Καβάλας. Μεταξύ άλλων, κάνει αναφορά στο αρχαίο θέατρο της Θάσου: «Το αρχαίο θέατρο της Θάσου αναφέρεται για πρώτη φορά από τον πατέρα της ιατρικής Ιπποκράτη, που έμεινε στο νησί στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα.

 

Από την πρώτη αυτή μορφή του δεν μας είναι τίποτε γνωστό. Λίγο αργότερα, στον 4ο αιώνα, κτίσθηκε το θέατρο, από μάρμαρο. Στην εποχή αυτή ανήκουν μερικά αρχιτεκτονικά μέλη από το προσκήνιο, επιστύλια, τρίγλυφα και μικρά δωρικά κιονόκρανα. Η τωρινή μορφή του είναι ρωμαϊκής εποχής και ανήκει στον 2ο μ.Χ αιώνα.

 

Τότε η ορχήστρα του μεταβλήθηκε σε αρένα, καταργήθηκαν οι πρώτες σειρές των εδωλίων και στη θέση τους μπήκε μαρμάρινο προστατευτικό θωράκιο που φέρει μια αναθηματική επιγραφή του Ηραγόρα Ευφρίλλου, πρόσωπο που φαίνεται να δαπάνησε για την αναμαρμάρωση του θεάτρου…».

 

Σε αυτόν τον Ηραγόρα τον γιο του Ευφρίλλου και στην σύζυγό του την Ισπανή οφείλουμε την τελευταία μορφή, από θασίτικο μάρμαρο καμωμένο, του αρχαίου θεάτρου του νησιού μας. Για αυτήν την μορφή του θεάτρου, από λευκό θασίτικο μάρμαρο, ολόιδιο με αυτό που έντυσε ο Ηραγόρας, δεκαοκτώ αιώνες πριν, δώσαμε τον αγώνα μας στη συνεδρίαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και το πετύχαμε.

 

Όλα αυτά όμως, λίγο πολύ, είναι γνωστά και γραμμένα και ειπωμένα. Αυτό όμως που είναι από τα άγραφα και σπάνια, που σε αφήνουν άναυδο όταν συμβαίνουν και χαράσσονται στην μνήμη και την ψυχή σαν από αόρατο χέρι λιθοξόου, είναι αυτό που θα σας αφηγηθώ και χρωστάω τη θύμησή του στην αρχαιολόγο του έργου που εργάστηκε με ζήλο και αυταπάρνηση για να φέρει σε πέρας με απόλυτη επιτυχία το έργο της αναστήλωσης του θεάτρου, Κωνσταντίνα Πανούση.

 

Την εποχή, που σαν δήμαρχος του νησιού έκανα ενέργειες για την αναστήλωση του θεάτρου με μάρμαρο Θάσου, στον Λιμένα, μέσω ΕΣΠΑ, κατασκευάζαμε το καινούργιο δίκτυο ύδρευσης. Σε όλα τα έργα ΕΣΠΑ, που είχαν σκάψιμο, ύδρευσης, αποχέτευσης κ.ά, είχαμε ζητήσει να μπει ως υποέργο χρηματοδοτούμενο από το πρόγραμμα, σωστική ανασκαφή. Αυτό σήμαινε να είναι παρούσα η Αρχαιολογία και να καλυφθούν τα έξοδα ανασκαφής σε περίπτωση που έρθουν στο φως τυχόν αρχαιότητες.

 

Πολλά και σημαντικά ήρθαν στο φως. Αυτό όμως που ήρθε στο φως του Πάνω Κόσμου  από τον τόπο θαρρείς των «Μακάρων» και των «Ολβίων ηρώων» ήταν η σαρκοφάγος του ανθρώπου που έντυσε το θέατρο της Θάσου με μάρμαρο του νησιού, πριν το κυριεύσει η επιστροφή του δάσους και το σκεπάσει για αιώνες το πέπλο της λήθης. Η σαρκοφάγος του Ηραγόρα, του γιου του Ευφρίλλου, αντίκρυζε μετά από χίλια οκτακόσια χρόνια το φως χάρη στο σκαπτικό μηχάνημα του Δήμου, και το πνεύμα του, η ανάμνησή του,  σαν από μηχανής Θεός, τις μέρες που οι απόγονοί του αναστήλωναν το δικό του έργο, ξανάρθε, θαρρείς για να επιστατήσει στις εργασίες των αρχαιολόγων και συντηρητών.

 

Αν ποτέ πάτε στο Μουσείο της Θάσου θα αντικρύσετε την σαρκοφάγο του Ηραγόρα στον κήπο, μπαίνοντας αριστερά, κάτω από τον ίσκιο της μωβ πασχαλιάς, του δέντρου που ευωδιάζει και στολίζουμε με τα άνθη του τους Επιτάφιους.

 

Σήμερα πήγα εκεί. Πλησίασα τη σαρκοφάγο, έκοψα ένα ανθισμένο κλαράκι από την πασχαλιά, το απίθωσα στο λίθινο προσκέφαλο του μαρμάρινου νεκροκρέβατου και του ψιθύρισα: «Όλα πήγαν καλά…Σ’ ευχαριστούμε…».

 

Έφυγα μονολογώντας: «Σύμπτωση; Θαύμα;». Θα μου πεις : «Πιστεύεις στα θαύματα;»

Εγώ πιστεύω…