γράφει ο 

Βασίλης Μυλωνάς

 

 

Έτσι ήταν πάντα, φίλοι μου και έτσι παραμένει,

είμαστε οι άνθρωποι οι μικροί, σε μέγγενη πιασμένοι.

 

Το δείχνει η ιστορία μας, απ’ τα πανάρχαια χρόνια,

που μας κρατούν στα νύχια τους, θηρία κι άγρια όρνια.

 

Πότε ήτανε στρατηγοί και πότε βασιλιάδες,

τώρα είναι δικτάτορες και άλλοι κερατάδες.

 

Όπου πολέμους προκαλούν και πυρκαγιές ανάβουν

και μέσα σε καταστροφές, ζωές κι όνειρα θάβουν.

 

Στέλνουν κόσμο στην προσφυγιά, στ’ άγνωστα, τρομαγμένο,

το σπίτι τους χαλάσματα, το σώμα ματωμένο.

 

Παιδιά δίπλα στη μάνα τους, με τα κουκλιά στο χέρι,

στην τύχη τρέχουν να σωθούν, το μέλλον τους ποιος ξέρει;

 

Παίρνουν και τις γατούλες τους, άλλα στην αγκαλιά τους,

γιατί σαν μέλη τις μετρούν, στην οικογένειά τους.

 

Τα τρομαγμένα μάτια τους, οι κούκλες, οι γατούλες,

μα, θ΄ αποχτήσουν τραύματα, οι τρυφερές ψυχούλες.

 

Άλλα θα ’ναι πιο άτυχα, που θα τραυματιστούνε,

δίχως να φταίνε, μια ζωή, ανάπηρα θα ζούνε.

 

Άλλα θα μείνουν ορφανά, να ζουν τυραννισμένα

και άλλα στα ερείπια…δίχως παπά θαμένα.

 

Αυτός είναι ο πόλεμος, αυτή είν’ η τραγωδία,

αλλά για άλλους, ξέρετε, πως είναι «ευλογία».

 

Είναι αυτοί οι πονηροί, που ψάχνουν ευκαιρίες

και σε κάθε περίσταση, φυλάνε στις γωνίες.

 

Είναι οι μονοπωλητές, άρπαγες ολιγάρχες,

που χαλινώνουν βασιλείς και ζεύουν πλανητάρχες.

 

Οι νόμιμοι Νταβέληδες και άφοβοι Γιαγκούλες,

όπου ληστεύουν φανερά και δε φορούν κουκούλες.

 

Αυτοί όπου αισχροκερδούν, σε βάρος του κοσμάκη,

που τουρτουρίζοντας, πια λέει και το ψωμί ψωμάκι.

 

Όλα είναι στα χέρια τους, σιτάρι, καλαμπόκι,

πετρέλαιο, αέριο, χρυσές λίρες και τόκοι.

 

Τα πάντα, ατσάλια, φάρμακα και η τεχνολογία,

μα, όλα είναι…προίκα τους, καμιά αμφιβολία.

 

Μες στα χρηματιστήρια, τα παίζουν στο κουμάρι

και τον φτωχό ο διάολος κι ο χάρος ας τον πάρει.

 

Του κόσμου οικονομικοί και αγαθών κλειδούχοι,

πόσες φορές μας κάνανε και βάλαμε τσαρούχι!

 

Τον πλούτο έχουν μόνο σκοπό, αυτοί οι καιροσκόποι

και ανεβάζουν τις τιμές, σε κάθε σφυροκόπι.

 

Αυτό ας είναι πόλεμος, ας είναι πανδημία,

ας είναι ένας απλός καβγάς, δε χάνουν ευκαιρία.

 

Όπως τον λύκο, χαίρονται, μες την αναμπουμπούλα,

εμείς πεινάμε, μα αυτοί, γεμίζουν τα μπαούλα.

 

Πόλεμος και καταστροφές, για τούτο το συνάφι,

είναι όπως του γεωργού, ένα καλό χωράφι.

 

Που το οργώνει και χαλά, φωλιές από μερμήγκια

και τρέχουνε τα πετεινά, να φάνε τα σκουλήκια.

 

Έτσι μας βλέπουνε αυτοί, πάντα εύκολη λεία

και κάνουν τη δουλίτσα τους, πάντα με ευκολία.

 

Αυτοί είναι λίγοι, ατσάλινοι, άκαρδοι τυχοδιώχτες

κι εμείς πολλοί, μα…γυάλινοι, μάταιοι Δον Κιχώτες.

 

Συγγνώμη αν σας κούρασα, με τούτα τα γραφτά μου,

ν’ αλλάξω θέμα δεν μπορώ, δεν το βαστάει η καρδιά μου.