

Η είδηση με τη σύλληψη ενός άνδρα στη Θάσο για την απειλή σε βάρος τελωνειακών φαίνεται τελικά ότι αποκάλυψε μόνο την μία πτυχή της υπόθεσης.
Στην πραγματικότητα, πίσω από τα όσα συνέβησαν και καταγράφηκαν στο αστυνομικό δελτίο των ημερών κρύβεται μια ιστορία με ακόμη μεγαλύτερες προεκτάσεις που καταδεικνύουν σοβαρότατες παθογένειες στη λειτουργία του κράτους.
Μέσα από την ιστορία αυτή, πολλοί θα εντοπίσουν γνώριμα στοιχεία από υποθέσεις που τους ταλαιπώρησαν, είτε με την εφορία είτε με τις τράπεζες.
Υποθέσεις που συνέβαιναν παλιά αλλά και συνεχίζουν να συμβαίνουν, αποδεικνύουν ότι όσο κι αν εκσυγχρονιστούμε, η γραφειοκρατία θα είναι εκεί και θα επιμένει απτόητη, μόνο που αυτή τη φορά θα είναι απλώς… ψηφιακή.
Plot twist με το φοβερό και τρομερό «λαθρεμπόριο»
Στο άκουσμα της λέξης «λαθρεμπόριο» το μυαλό των αναγνωστών πήγε σε κάποιον άνθρωπο που αγόρασε τεράστιες ποσότητες παράνομων εμπορευμάτων με σκοπό να κάνει εμπόριο και να εξαπατήσει και το κράτος και τους καταναλωτές.
Στην προκειμένη το λαθρεμπόριο ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Παράνομο μεν αλλά πολύ συνηθισμένο.
Ο δράστης, αλλά καθώς φαίνεται και θύμα μιας πολυετούς υπόθεσης για γέλια και για κλάματα, επικοινώνησε με το KavalaNews και διηγήθηκε τη δική του πλευρά της ιστορίας.
Η παρανομία του ήταν ότι παρήγγειλε ένα κιλό ελληνικού καπνού, από καπνοπαραγωγό στο Αγρίνιο. Μια πράξη παράνομη μεν, καθώς το κράτος έχει αυστηρότατους κανόνες για την εμπορία καπνού, αλλά όχι σπάνια για καπνιστές που αναζητούν ελληνικές ποικιλίες καπνού και θέλουν να αποφύγουν τη χημική επεξεργασία των βιομηχανικών τσιγάρων.
Τα πράγματα θα ήταν πιο απλά αν είχε αγοράσει κάνναβη…
Η αγορά αυτή, που κόστισε αρχικώς 40€, έγινε το… μακρινό 2017. Τότε ήταν πολλοί οι καπνοπαραγωγοί που έβαζαν μέχρι και αγγελίες στο ίντερνετ κι ακόμη περισσότεροι οι μερακλήδες καπνιστές που έκαναν παραγγελίες και λάμβαναν τα πακέτα με τον λαθραίο καπνό είτε στην άλλη άκρη της Ελλάδας είτε στο κέντρο της Αθήνας.
Μπορεί να ακούγεται περίεργο για κάποιον που δε γνωρίζει, τι το παράνομο υπάρχει στο να αγοράσει και να καπνίσει κάποιος καπνό σαν αυτό που υπάρχει στα τσιγάρα.
Ιδίως σε περιοχές όπως η Καβάλα και το Αγρίνιο που η καλλιέργεια του καπνού και το κάπνισμα τοπικών προϊόντων έχει τη δική του ιστορία, μπορεί να ακούγεται ακόμη πιο περίεργο.
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι θα ήταν απλούστερο για κάποιον αν τον έπιαναν με ένα κιλό κάνναβης (επίσης παράνομη πράξη) αν αποδείκνυε ότι προορίζεται για προσωπική χρήση αλλά είναι πολύ πιο σύνθετο και μπελαλίδικο αν κλέψεις το κράτος σε ένα νόμιμο μεν προϊόν όπως είναι ο καπνός αλλά αυστηρότατα ρυθμισμένο ως προς την εμπορία του.
Η επιχείρηση των τελωνειακών και οι κατασχέσεις
Οι διωκτικές αρχές φαίνεται ότι είχαν βάλει στο στόχαστρο τον πωλητή του καπνού στο Αγρίνιο και παρακολουθούσαν τους αποδέκτες των παραγγελιών του.
Κάπως έτσι, το ένα κιλό καπνού που παρήγγειλε ο συνομιλητής μας στη Θάσο, κατασχέθηκε από το Τελωνείο πριν καλά καλά φτάσει στα χέρια του.
Ένα χρόνο αργότερα έγινε και το σχετικό δικαστήριο για την τελωνειακή παράβαση. Ο δράστης δεν αρνήθηκε την πράξη του και δεν αμφισβήτησε το πρόστιμο.
Η προβλεπόμενη διαδικασία της επιβολής προστίμου, που υπολογίζεται με βάση τον φόρο που ισοδυναμεί σε αυτή την ποσότητα, κινήθηκε άμεσα. Το πρόστιμο καθορίστηκε τότε σε ένα ποσό γύρω στις 2.000€ το οποίο βεβαιώθηκε ταχύτατα μέσω της ΑΑΔΕ και ο πολίτης που παρανόμησε το είδε στο taxis του.
Η ιστορία γραφειοκρατικής τρέλας
Λίγο αργότερα, η ΑΑΔΕ κίνησε την προβλεπόμενη διαδικασία δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών ώστε να εισπραχθεί το πρόστιμο. Και από εκεί και μετά, σταματά κάθε λογική.
Η εντολή της ΑΑΔΕ έφτασε σε όλα τα τραπεζικά ιδρύματα στα οποία ο αγοραστής του καπνού διέθετε λογαριασμό. Στην δική του περίπτωση ήταν τρεις από τις 4 συστημικές τράπεζες.
Και στους τρεις λογαριασμούς, σύμφωνα με το συνομιλητή μας, υπήρχε μέσα το ποσό που έπρεπε να κατασχεθεί. Τότε εκείνος θεώρησε την υπόθεση λήξασα, αφού θα πληρωνόταν αυτόματα το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν τον πείραξε το όλο συμβάν και ότι διαθέτει μια οικονομική επιφάνεια που του επιτρέπει να μην ανησυχεί για το ποσό που θα στερηθεί.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι ενώ οι τραπεζικοί λογαριασμοί ήταν λειτουργικοί, παρέμενε μονίμως δεσμευμένο το ποσό του προστίμου, δηλαδή περίπου 2.000, επί τρία όμως, καθώς πήγε σε κάθε μια από τις τρεις τράπεζες η σχετική εντολή από την ΑΑΔΕ.
Οταν το κράτος δεν εισπράττει πρόστιμα ακόμη και από τους έχοντες
Οπως λέει ο ίδιος, επί εννέα συνεχόμενα χρόνια, ούτε έφευγε η δέσμευση των 2.000€ από τις τράπεζες, ούτε σβηνόταν η οφειλή του στην ΑΑΔΕ για την τελωνειακή παράβαση.
Κάποια στιγμή, μάλιστα, λέει ότι τον κάλεσε ένας ευγενέστατος υπάλληλος από το τελωνείο και τον συμβούλεψε να το τακτοποιήσει επειδή το ποσό τοκίζεται.
Εκείνος τους ζήτησε να τραβήξουν άμεσα τα χρήματα που ούτως ή άλλως υπήρχαν (και περίσσευαν) στους λογαριασμούς του, για να τελειώνει η όλη ιστορία.
Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Οι τράπεζες φαίνεται ότι υλοποίησαν μεν το πρώτο σκέλος της εντολής της ΑΑΔΕ, που ήταν να δεσμεύσουν το ποσό του προστίμου. Αυτό δεσμεύτηκε αυτόματα από την πρώτη κιόλας ημέρα. Αλλά επί εννέα χρόνια φαίνεται ότι δεν απέδωσαν ποτέ το κατασχεμένο ποσό στην ΑΑΔΕ.
Πώς έφτασε στη σύλληψη
Την Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026, ο δράστης της τελωνειακής παράβασης που πλέον είχε εξελιχθεί σε παθόντα της ελληνικής γραφειοκρατίας, θεωρώντας ότι το Τελωνείο φταίει για αυτήν την ταλαιπωρία του, κάλεσε την υπηρεσία και είχε έναν διάλογο που εξελίχθηκε καθώς φαίνεται με περιττή ένταση.
Κάποια στιγμή τους είπε, όπως περιγράφει ο ίδιος «τι θα γίνει ρε παιδιά, θα τραβήξετε τα λεφτά ή θα συνεχίσετε να με ταλαιπωρείτε; Τι πρέπει να κάνω για να τα πάρετε; Πρέπει να φωνάξω τα παλικάρια τού… (ανέφερε το όνομα γνωστού επιχειρηματία που εκτίει ποινή φυλάκισης για κακουργήματα);».
Η κουβέντα που είπε εκλήφθηκε άμεσα ως απειλή και κινήθηκε η διαδικασία σύλληψης του, στο πλαίσιο του αυτοφώρου, όπως και τελικά έγινε την επόμενη νωρίς το πρωί, στο σπίτι του στη Θάσο.
Εμφανιζόμενος στον εισαγγελέα, εξήγησε τα όσα έχουν συμβεί και αφέθηκε ελεύθερος λίγο αργότερα.
Και η τρελά τελειωμό δεν έχει
Το οξύμωρο; Την επομένη της σύλληψης του, μια από τις τρεις τράπεζες προχώρησε στην απόδοση του κατασχετήριου, εννέα χρόνια μετά την κατάσχεση. Σύμπτωση;
Αλλά έχει και συνέχεια. Έντεκα μέρες μετά την απόδοση της κατάσχεσης (η οποία εμφανίζεται στο e-banking του) το ποσό δεν έχει αποδοθεί στην ΑΑΔΕ και η οφειλή του φαίνεται ακόμα εκκρεμής. Τρέλα;
Ο άνθρωπος παραδέχθηκε την πράξη της τελεωνειακής παράβασης από την πρώτη μέρα. Το ίδιο και στο δικαστήριο. Ζήτησε να τιμωρηθεί με όποιο πρόστιμο προέβλεπε η πολιτεία για αυτή την πράξη. Αυτό που δεν περίμενε ήταν ότι το δημόσιο θα αρνείται να εισπράξει επί σχεδόν μια δεκαετία το ποσό.
Η ιστορία του έρχεται να θυμίσει τις αμέτρητες ιστορίες γραφειοκρατικής τρέλας που περνάνε άλλοι πολίτες που έχουν ανάλογα ή και πολύ πιο ασήμαντα μπλεξίματα με το δημόσιο.
Ενα μικρό χρέος στην εφορία μπορεί να προκαλέσει μια πολλαπλή κατάσχεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς και για να το ξεμπλέξει κανείς πρέπει να χάσει πολύτιμο χρόνο, μέχρι και χρόνια, αλλά και την ακόμη πολυτιμότερη ηρεμία του.