

γράφει ο
Βύρων Δημητριάδης
Το “ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ” της “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ” 25/10: “Η βία και η πολιτική” αναφέρεται στην πολιτική βία:
“Οι εικόνες από τη Γαλλία σοκάρουν την Ευρώπη, αλλά όχι τους Έλληνες. Τουλάχιστον όχι εκείνους που έχουν μνήμη και θυμούνται ότι τα άκρα είχαν επιχειρήσει να οδηγήσουν τη χώρα στον γκρεμό στην κορύφωση της κρίσης...”.
Εδώ έχουμε ένα “σενάριο συνωμοσίας” με ερασιτεχνικό στήσιμο που μαρτυρά την ποιότητα των γκεμπελίσκων που χρησιμοποιεί η σφηκοφωλιά του αναθεωρητισμού “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”: τα “άκρα” είναι οι ναζί από τη μία μεριά και οι κομμουνιστές από την άλλη μεριά: είναι ο “κόκκινος και ο μαύρος φασισμός” που “οδήγησαν τη χώρα στον γκρεμό στην κορύφωση της κρίσης”! Ποιας “κρίσης την κορύφωση” όμως;!
Διότι και μνήμη διαθέτουμε και δεν ξεχνούμε τις κορυφώσεις των κρίσεων που συμβαίνουν, ή συνέβησαν, σε συγκεκριμένους χρόνους και συγκεκριμένους χώρους.
Εάν -το πιθανότερο- η “κρίση” πρέπει να θυμίζει “εικόνες από τη (καιόμενη) Γαλλία” θα πρέπει να φέρουμε στο νου μια Ελλάδα -ας πούμε- παραδομένη στις φωτιές και τις καταστροφές με τα διάφορα σχήματα -κυβερνητικά και μη- να κινούνται ανεξέλεγκτα. -κατάσταση που θυμίζει έντονα τα “Δεκεμβριανά του 2008”: μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου από τον μπάτσο Κορκονέα για ένα μήνα καιγόταν η Αθήνα και πολλές ακόμη πόλεις της χώρας.
Σημείο αναφοράς των Δεκεμβριανών οι καθημερινές επιθέσεις των μαθητών-σπουδαστών-φοιτητών στα Αστυνομικά Τμήματα των γειτονιών.
Υπάρχει, βέβαια, και η περίπτωση της δολοφονικής πυρκαγιάς της Marfin αλλά αυτή δεν έφτασε να χαρακτηριστεί “γκρεμός” για τη χώρα.
Ευτυχώς, ένα βήμα πριν μπουκάρουμε στον κοσμό της μεταφυσικής, πέσαμε πάνω σε κάποια Αγγελική Σπανού που θα πρέπει να ανέλαβε την υποχρέωση της ανάπτυξης του Κύριου Άρθρου της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ 25/10 στο πλαίσιο μιας δημοσιογραφικής -υποτίθεται- έρευνας: “Η GEN-Z ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ” στην οποία αναζητούν το “Ποιοι είναι αυτοί που κερδίζουν από τις φωτιές”.
Με την περιέργεια να έχει εκδηλωθεί ως φαγούρα πέφτω με τα μούτρα πάνω στον τίτλο της Αγγελικής: “Οι μνηστήρες της Πλατείας. Θα γίνει το Σύνταγμα “Γαλλία”;”
Εδώ έχουμε άμεση μετατόπιση του σημείου αναφοράς με το κέντρο βάρους από την “Ελλάδα” να μεταφέρεται στην “πλατεία Συντάγματος” που θα κινδύνευε να γίνει “Γαλλία”.
Υπό αυτή την έννοια, ο προσδιορισμός του χώρου, συγκεκριμένα, προσδιορίζει και τον χρόνο που είναι το 2011-12.
Οι “πλατείες”, όπως αυτή του Συντάγματος, υπήρξαν οι χώροι που κατέλαβε και έδρασε το κίνημα των Αγανακτισμένων χωρίς να χρειαστεί ποτέ να βάλει φωτιές για οποιοδήποτε λόγο.
Τι νομιμοποιεί και δικαιολογεί τον φόβο -ή την προσμονή- ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή η Πλατεία Συντάγματος να εμφανίσει “εικόνες από τη Γαλλία”;
“...Στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο προβλήθηκαν πολιτικές προσδοκίες και κοινωνικές φοβίες που τελικά δεν επιβεβαιώθηκαν. Δεν συνέβη τίποτα το ακραίο, ούτε και κάτι ανατρεπτικό...
Για την ώρα, η πλατεία έχει πολλούς μνηστήρες αλλά κανέναν φυσικό κληρονόμο.
Το σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι δεν υπάρχει καν “πλατεία”...”.
Και αν με αυτές τις γραμμές η Αγγελική δείχνει να θέλει να ξεφύγει από την επιχειρούμενη ιστορικο-κοινωνική αναθεώρηση ώστε να μην κατηγορηθεί για παραχάραξη της Ιστορίας, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον καλεσμένο της, να εκφράσει τη γνώμη του, γενικό διευθυντή της εταιρείας δημοσκοπήσεων Pulse:
“...Όσοι σκέφτονται να επενδύσουν στην πλατεία θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους ότι οι συνθήκες δεν είναι ίδιες με την ταραγμένη περίοδο των μνημονίων... η εμπειρία της περιόδου των μνημονίων συγκρατεί...”.
Αυτό το τελευταίο, το περί εμπειρίας συγκράτηση, είναι γραμμή του κύριου άρθρου που υποστηρίζει παρακάτω:
“...Αυτή η ιστορική εμπειρία μπορεί να έχει εξοπλίσει την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα με αντισώματα κατά της αυτοκαταστροφής...”.
Και ποια είναι ακριβώς αυτή η “ιστορική εμπειρία” που δίδαξε αυτοσυγκράτηση;
Θέλουν να είναι η ιστορία των “πλατειών” που στην “κορύφωση της κρίσης” ήταν τα “άκρα” που είχαν επιχειρήσει να οδηγήσουν, και οδήγησαν, τη χώρα στον γκρεμό.
Γι' αυτό και οι πλατείες άδειασαν από “αγανακτισμένους” και γέμισαν με “μνηστήρες” αγνώστου ταυτότητας ώστε σε πρώτη ευκαιρία να αντικατασταθούν από τα “άκρα”.
Γιατί θέλουν να φορτώσουν τις πλατείες με τα “άκρα”;
Ο Κώστας Δουζίνας καθηγητής Νομικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και της θεωρητικής σχολής των Κριτικών Νομικών Σπουδών περιγράφει το τι ακριβώς συνάντησε όταν πήγε στην Πλατεία Συντάγματος που βρισκόταν υπό την κατάληψη των Αγανακτισμένων και μετέφερε στο βιβλίο του “Από την έδρα στα έδρανα”:
“...Το εξεγερσιακό συστατικό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, επέστρεψε με τη μαζική άσκηση του δικαιώματος της αντίστασης και της δημοκρατικής συμμετοχής.
Στις εξεγέρσεις και στις καταλήψεις είχαμε μια συλλογική πολιτική πράξη, μια συντακτική εξουσία απέναντι στο κράτος και τις πολιτικές λιτότητας.
Στην πλατεία Συντάγματος χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν καθημερινά στη λαϊκή συνέλευση.
Οι ομοιότητες με τον αρχαίο αθηναϊκό δρόμο, που συγκεντρωνόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο μακριά, είναι εμφανείς.
Όσοι ήθελαν να μιλήσουν έπαιρναν έναν αριθμό και καλούνταν στο βήμα εφόσον ο αριθμός τους κληρωνόταν, μια υπενθύμιση του ότι οι κάτοχοι των περισσότερων δημόσιων αξιωμάτων στην αρχαία Αθήνα επιλέγονταν με κλήρωση.
Στις τοποθετήσεις περιλαμβάνονταν θέματα πολιτικής και ιδεολογίας, νέοι τρόποι αντίστασης και αλληλεγγύης, εναλλακτικές λύσεις στα καταστροφικά και άδικα μέτρα, καθώς και οργανωτικά ζητήματα.
Τα θέματα προς συζήτηση εγκρίνονταν στην αρχή της συνέλευσης με ψηφοφορία.
Οι λεπτομερείς ενημερωμένες και στοχαστικές συζητήσεις διέψευσαν τη γνωστή κοινοτοπία, ότι τα περισσότερα δημόσια ζητήματα είναι υπερβολικά τεχνικά για τους καθημερινούς ανθρώπους και πρέπει να αφήνονται στους ειδικούς.
Παράλληλα, ομάδες εργασίας κάλυπταν τις βασικές ανάγκες του πλήθους: ιατρική ομάδα με κλινική σε ένα αντίσκηνο, ομάδα δημόσιας ενημέρωσης, καλλιτεχνική και πολιτιστική ομάδα, ομάδα “ψυχραιμίας” (η περιφρούρηση), ομάδα σίτισης, ομάδα καθαριότητας, ομάδα ανοιχτής δημοκρατίας και πάει λέγοντας.
Όλες λειτουργούσαν δημοκρατικά και πιο αποτελεσματικά από πολλούς κρατικούς φορείς.
Αντίθετα από τα κρατικά όργανα, οι ομάδες και η καθημερινή λαϊκή συνέλευση συζητούσαν άμεσα και δημοκρατικά κάθε πρόταση, αποφάσιζαν και ενεργούσαν.
Η συνειδητοποίηση ότι ο δήμος διαθέτει περισσότερο συλλογικό νου από οποιοδήποτε ηγέτη, καταστατική πεποίθηση της κλασικής αγοράς, επέστρεψε στην Αθήνα.
Η δημοκρατία εγκατέλειψε την τυπική εκδοχή της ως μέθοδος εκλογής αντιπροσώπων και έγινε τρόπος ζωής.
Οι “αγανακτισμένοι” έδειξαν ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία πρέπει να συμπληρωθεί με την άμεση εκδοχή της να ριζοσπαστικοποιηθεί ως αγωνιστική (μαχόμενη) δημοκρατία...”.
Μόνο μέσω της αφομοίωσης των πολιτικών της άμεσης δημοκρατίας με την κοινοβουλευτική θα δημιουργούνταν οι συνθήκες εκείνες που θα καθιστούσαν, σιγά-σιγά και σταδιακά, την ολιγαρχία (και τους ολιγάρχες α λα Μητσοτάκη) που υποβοηθούνται από το αντιπροσωπευτικό σύστημα, άμεσα αναγνωρίσιμη ως κυβερνητικό σχήμα και ως κατάσταση εξαίρεσης -σήμερα η κατάσταση εξαίρεσης αναγνωρίζεται ως “κανονικότητα”.
ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: αυτός είναι ο “γκρεμός” που επιχείρησαν να οδηγήσουν τη χώρα, όχι τα “άκρα”, το κίνημα των Αγανακτισμένων -η πιθανή επανεμφάνιση των οποίων κατατρομοκρατεί τους πολιτικούς απατεώνες και τους πολιτικούς δολοφόνους της κυβέρνησης του νεοναζί Μητσοτάκη.