Ένα μικρό φύλλο καπνού από τα χώματα της Δράμας, ο περίφημος μπασμάς, υπήρξε κάποτε πιο πολύτιμος και από τον ίδιο τον ελληνικό χρυσό.

 

Με τεράστιο άρωμα, φύτρωνε αποκλειστικά σε Δράμα, Καβάλα, Σέρρες και Ξάνθη, φτάνοντας το 1929 να αποτελεί το εντυπωσιακό 56% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών.

 

Η σελίδα "Καθημερινή Περιέργεια" δημιούργησε ένα βίντεο ΑΙ, παρουσιάζοντας την ιστορία του καπνού, αναφέροντας τα εξής:

 

Η καλλιέργεια του μπασμά δεν σήκωνε μηχανές, απαιτούσε μόνο χέρια. Πάνω από 150 εργατοώρες χρειάζονταν για ένα μόνο στρέμμα, με τους ανθρώπους να μαζεύουν τα φύλλα ένα προς ένα κάτω από τον καυτό ήλιο. Ήταν οι πρόσφυγες της ανταλλαγής που, αναλαμβάνοντας από λίγα στρέμματα ο καθένας, κατάφεραν να εξασφαλίσουν το συνάλλαγμα μιας ολόκληρης χώρας.

 

Στη συνέχεια, ολόκληρη η παραγωγή κατέβαινε στην Καβάλα. Η πόλη μεταμορφώθηκε ριζικά, γεμίζοντας με επιβλητικές αποθήκες που θύμιζαν φρούρια, την ώρα που οι έμποροι έχτιζαν πολυτελή μέγαρα. Πίσω όμως από τον πλούτο, η πραγματικότητα για τους εργάτες ήταν εφιαλτική.

 

Τα ταβάνια στις αποθήκες ήταν χαμηλά και τα ελάχιστα παράθυρα έμεναν κλειστά για να μη στεγνώσει ο καπνός. Με μία τουαλέτα ανά όροφο, χιλιάδες άνθρωποι ανέπνεαν σκόνη στο απόλυτο σκοτάδι, η φυματίωση θέριζε, ενώ τον χειμώνα η δουλειά σταματούσε και δεν υπήρχε κανένα εισόδημα.

 

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε με το κραχ και τη χρεοκοπία της Ελλάδας το 1932. Οι τιμές κατέρρευσαν και μοναδικός αγοραστής έμεινε η Γερμανία, η οποία όμως δεν διέθετε χρυσό. Ο διοικητής της Reichsbank, Hjalmar Schacht, επέβαλε ένα σύστημα πληρωμής με δεσμευμένα μάρκα που μπορούσαν να ξοδευτούν αποκλειστικά για την αγορά γερμανικών προϊόντων. Χωρίς άλλη επιλογή, η Ελλάδα αναγκάστηκε να υποκύψει για να μη σαπίσει ο καπνός στις αποθήκες.

 

Τον Απρίλιο του 1941, λίγες μόνο ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή, οι αρχές κατοχής προχώρησαν στη δωρεάν δέσμευση ολόκληρης της σοδειάς. Το ζήτημα των αποζημιώσεων για εκείνη την αρπαγή συζητούνταν ανοιχτά μέχρι και τη δεκαετία του 1960.

 

Παρά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα, ο καπνός επιβίωσε και το 1954 εξακολουθούσε να φέρνει τα μισά έσοδα από τις εξαγωγές της χώρας. Το οριστικό τέλος γράφτηκε αθόρυβα το 2006, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση αποσύνδεσε τις επιδοτήσεις από την καλλιέργεια. Οι αγρότες άρχισαν να λαμβάνουν τα ίδια χρήματα χωρίς να φυτεύουν τίποτα. Εκείνη τη χρονιά, ένας παραγωγός στη Δράμα που κάποτε καλλιεργούσε 350 στρέμματα, άφησε το χωράφι του άδειο για πρώτη φορά στη ζωή του.

 

Πλέον, η Ευρώπη συνεχίζει να αγοράζει καπνό, αλλά όχι από την Ελλάδα, αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα αν τελικά χάσαμε ένα υπερπολύτιμο προϊόν ή αν απλώς το παραδώσαμε.