

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Τώρα, που ακριβαίνει το πετρέλαιο
και όσο πάνε κι αγριεύουνε τα νέα,
μου ήρθε μία ουρανοκατέβατη,
τρελή, αλλά σωτήρια ιδέα.
Κι εχθές, πρωί-πρωί την είπα στην κυρά μου
και ενθουσιάστηκε και μού ’πε βάλε μπρος,
γιατί με τους τρελούς που μπλέξαμε,
θα χάσω σίγουρα, εγώ τα λογικά μου.
Και, το λοιπόν, κατεβαίνω στο υπόγειο
κι ευθύς τον κλείνω τον καυστήρα
και μετά από την πυλωτή,
το καρότσι μας στα δυό μου χέρια πήρα.
Παίρνω και το μαχαίρι μου το κρητικό
και μια σακούλα για να βάζω τα ραδίκια
και κατεβαίνω μες στα ρέματα,
εκεί που κελαηδάνε τα περδίκια.
Γεμίζω το καρότσι με ξερόκλαδα
και τη σακούλα μου με τρυφερά βλαστάρια
κι εκτάκτως, ω του θαύματος,
Μάρτιο μήνα, βρίσκω σαλιγκάρια.
Και μέσα σ΄ ένα δίωρο
γυρίζω απ’ την…εκδρομή μου,
με είδε η κυρά μου με τα «ψώνια» μου
και χάρηκε κι αυτή πολύ μαζί μου.
Και μου ’πε: «Βάλε σε εφαρμογή,
το σχέδιό σου και να δούμε τι θα γίνει,
γιατί αυτοί οι εγκληματίες και οι παλαβοί,
την τουφεκίσανε την όμορφη Ειρήνη».
«Έλα εδώ, κυρά, στο μπάρμπεκιου,
θα σου ανάψω τα ξερά κλαδάκια,
βράσε τα όλα τα βλαστάρια μας,
μαγείρεψε και τα σαλιγκαράκια!»
Κλείνω, λοιπόν, το ρεύμα της ΔΕΗ
κι ο μετρητής ξεράθηκε, κολλάει,
το μπάρμπεκιου κοχλάζει δυνατά,
κιλοβατώρες και βλακείες δε μετράει.
Και το βραδάκι, το καλοριφέρ κλειστό,
να, κατεβαίνει η θερμοκρασία.
Λέω στην κυρά μου, ότι και σ’ αυτό,
το σχέδιό μου έχει λύση…κι ευτυχία.
Της λέω: «δώσ’ μου το χεράκι σου»
και αρχινάμε το χορό μόνοι μας τραγουδώντας
τη Βαγγελιώ, τη Γερακίνα και το Μ’ έκαψες
κι ανάψαμε και ιδρώσαμε χοροπηδώντας.
Κι εκεί, που λέτε, που χορεύαμε,
ντουκ-ντουκ χτυπάει η πόρτα, να, ο Μήτσος,
μπαίνει μέσα ανήσυχος, με ταραχή
και λέει: «Τι πάθατε,
σας άκουσε απέναντι κι ο Χρήστος».
Κι εγώ, ωσάν του Χάρβαρντ ο προφέσορας,
του εξηγώ το νέο σχέδιό μου.
Του Μήτσου τόσο του άρεσε αυτό
και μάζεψε τη γειτονιά στο σπιτικό μου.
Βγάζει η κυρά μου ένα τσίπουρο,
και τα λαχταριστά τα σαλιγκάρια,
τρελάθηκαν όλοι οι γείτονες,
με ζυμωτό ψωμί και με βλαστάρια.
Και άναψε, που λέτε, ο χορός
και ιδρώσαμε με τον κλειστό καυστήρα
και η γειτονιά μας άλλαξε
και πήρε άλλον χαρακτήρα.
Έτσι, εφαρμόζουμε το σχέδιο:
πότε σ’ εμάς, στου Μήτσου, στου Μανώλη,
σαν Σπαρτιάτες -Μέλανα Ζωμό-
αλλά χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι όλοι.
Και οι γείτονες μού κάναν την τιμή,
μου δώσαν δίπλωμα ευρεσιτεχνίας,
που τώρα δίχως το πετρέλαιο,
ζούμε ζεστοί με τον χορό
και σε πελάγη ευτυχίας.
Λοιπόν, με την ιδέα την τρελή,
περνάμε μια χαρά στη γειτονιά μας
και όλους τους τρελούς και πολεμοχαρείς,
τους γράφουμε…στα αμελέτητά μας.