γράφει ο

Δημήτρης Λυμπεράκης*

 

Οι Σχολικές Επιτροπές αποτελούσαν συλλογικά όργανα των δήμων, συμμετείχαν σ αυτές αιρετοί της Αυτοδιοίκησης Ά βαθμού, εκπαιδευτικοί και εκπρόσωποι γονέων  και είχαν την ευθύνη της διαχείρισης των οικονομικών και λειτουργικών αναγκών των σχολικών μονάδων (καθαριότητα, θέρμανση, αναλώσιμα, επισκευές περιορισμένης κλίμακας κ.λ.π).

 

Αποκτούσαν επομένως, μέσω της δομής και της λειτουργίας τους, έναν δημοκρατικό χαρακτήρα μια που διασφάλιζαν τη συμμετοχή της σχολικής κοινότητας στη λήψη των αποφάσεων.

 

Με τον νόμο 5056 που είχε ψηφιστεί το 2023 καταργήθηκαν οι σχολικές επιτροπές στους δήμους με έως και 100 σχολικές μονάδες.

 

Με νεώτερο νόμο οι Σχολικές επιτροπές, οι οποίες διατηρήθηκαν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 5056/2023 (Α’ 163), περί μεταφοράς αρμοδιοτήτων σχολικών επιτροπών και σύστασης πάγιας προκαταβολής στους διευθυντές σχολικών μονάδων, καταργούνται από την 1η Αυγούστου 2026 και οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από τον οικείο δήμο, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου.

 

Με την κατάργησή τους, οι αρμοδιότητες μεταφέρονται κεντρικά στις οικονομικές υπηρεσίες των δήμων με στόχο τη μεγαλύτερη διοικητική ενοποίηση και έλεγχο. Ενδιαφέρον έχουν και φράσεις αρμόδιων με την Παιδεία υπουργών, ότι οι σχολικές επιτροπές αποτελούν «διοικητικό μόρφωμα» κι ότι επιτέλους «βγήκε ο σκελετός από την ντουλάπα»

 

Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική και διαψεύδει τους κυβερνώντες.

 

Οι σχολικές επιτροπές ήταν ο μηχανισμός ανάμεσα στον δήμο και το σχολείο. Φυσικά και δεν ήταν τέλειος. Η κατάργησή τους αποτέλεσε τομή δίχως « προστατευτικό δίχτυ ασφαλείας».

 

Η σταθερή πληγή της εκπαιδευτικής κοινότητας είναι η υποχρηματοδότηση. Με την κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών «τα αυτονόητα γίνονται πολυτέλεια, το σχολείο παύει να είναι χώρος παιδείας και γίνεται χώρος διαρκούς διαχείρισης ελλείψεων».

 

Ασφυκτιούν οικονομικά τα σχολεία, οι διευθυντές τους βρίσκονται σε μία «διαρκή θεσμική αβεβαιότητα» και η εκπαιδευτική διαδικασία εκτίθεται σε κινδύνους που καμία εγκύκλιος δε μπορεί να καλύψει. Πάρα πολλές σχολικές μονάδες αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες και διευθυντές τους περνούν τη μέρα τους σε τηλέφωνα και emails παρά στην παιδαγωγική τους αποστολή.

 

Ενδεικτικά κάποια από τα απόνερα που άφησε η κατάργηση των σχολικών επιτροπών

  • Αυξήθηκε κατακόρυφα η γραφειοκρατία μια που οι διευθυντές των σχολείων για να εξασφαλίσουν πόρους πρέπει να υποβάλλουν αιτήματα προς τον δήμο, τα οποία πολλές φορές απαιτούν έγκριση από το δημοτικό συμβούλιο.
  • Η προμήθεια αναλώσιμων και η εκτέλεση μικρών επισκευών πραγματοποιούνται μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών προκαλώνταςκαθυστερήσεις σε επείγουσες ανάγκες (αποκατάσταση ζημιών και εξασφάλιση γραφικής ύλης)
  • Οι σχολικές επιτροπές αποτελούσαν σημαντικό μηχανισμό διαφάνειας, γιατί η συμμετοχή των διευθυντών και των εκπροσώπων των πολιτών (αιρετών) συντελούσε στον έλεγχο και τη λογοδοσία
  • Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών ωθεί τα σχολεία σε αναζήτηση χορηγιών από ιδιωτικούς φορείς, τακτική που οδηγεί σε ανισότητα πρόσβασης σε κονδύλια- πόρους μεταξύ των σχολείων, ανάλογα με τη δυνατότητα κάθε σχολείου να προσελκύει χορηγούς.
  • Η φράση του υπουργού Εσωτερικών, ότι οι σχολικές επιτροπές αποτελούν «διοικητικό μόρφωμα» είναι επιεικώς απαράδεκτη, διότι η ίδια η κυβέρνηση λόγω της ανεπαρκούς χρηματοδότησης έχει οδηγήσει πολλά σχολεία στα όρια της οικονομικής ασφυξίας και δεν έχει υποστηρίξει με απαραίτητο προσωπικό και με πόρους τους δήμους που ανέλαβαν τις αρμοδιότητες των σχολικών επιτροπών.

 

Συμπερασματικά

  • Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών δεν είναι τεχνική ρύθμιση. Είναι συνειδητή πολιτική επιλογή συγκέντρωσης εξουσίας και απομάκρυνσης της σχολικής κοινότητας από τη λήψη αποφάσεων.
  • Οι σχολικές επιτροπές λειτουργούσαν ως θεσμικό αντίβαρο στην δημοτική αυθαιρεσία και την διοικητική αδράνεια. Άμεση η γνώση- άμεση και η ευθύνη.
  • Ο «εξορθολογισμός» της λειτουργίας των σχολείων είναι ανεδαφικός , διότι τα σχολεία χάνουν φωνή, ο δήμος συγκεντρώνει έλεγχο και το κράτος αποσύρεται από τη χρηματοδότηση.
  • Δεν πρόκειται για εξοικονόμηση. Πρόκειται για μετακύληση της ευθύνης. Όταν δεν υπάρχουν χρήματα, η κεντρική διοίκηση θα δείχνει τον δήμο και ο δήμος τα σχολεία. Και στο τέλος, την ευθύνη θα την επωμίζονται οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί.
  • Η κεντρικοποίηση αυτή βαθαίνει τις ανισότητες μεταξύ σχολείων,δημιουργεί σχολεία «πρώτης» και «δεύτερης» ταχύτητας και μετατρέπει τη μόρφωση από κοινωνικό δικαίωμα σε διαχειριστικό πρόβλημα.

 

Προτάσεις:

  • Δραστική αύξηση της χρηματοδότησης των σχολείων
  • Ελεγχος της χρηματοδότησης των σχολείων μέσω «επιτροπών παρακολούθησης» που θα συγκροτούνται από τους δήμους με συμμετοχή εκπροσώπων της εκπαιδευτικής κοινότητας
  • Απόδοση στα σχολεία των χρημάτων που έχουν παρακρατηθεί από τους δήμους από τη λειτουργία των κυλικείων

 

Φτάνει πλέον με τους πειραματισμούς «χαμηλού κόστους». Το δημόσιο σχολείο «δεν χρειάζεται πασαλείμματα». Χωρίς εμπιστοσύνη στους εκπαιδευτικούς και τους γονείς και χωρίς σοβαρό σχεδιασμό και χρηματοδότηση οδηγούμαστε σε εγκατάλειψη του δημόσιου σχολείου με σχολικές μονάδες φτωχότερες, πιο σιωπηλές και πιο εξαρτημένες

 

ΥΓ

Σε άρθρο του ο συμπαθής κατά τα άλλα δήμαρχος Παγγαίου κ. Αναστασιάδης υπερασπιζόμενος την αλλαγή λειτουργίας των Σχολικών Επιτροπών υπερθεμάτιζε ισχυριζόμενος ότι η κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών είναι ωφέλιμη.

 

Να του θυμίσω ότι ο δήμος Παγγαίου χρωστάει σε όλα τα σχολεία πάγια προκαταβολή 2 ετών, λόγω της υποστελέχωσης της Οικονομικής Υπηρεσίας του δήμου Παγγαίου, η οποία (όπως ακούγεται) απασχολεί μόλις 2 εργαζομένους

 

*O Δημήτρης Λυμπεράκης είναι εκπαιδευτικός και περιφερειακός σύμβουλος Καβάλας στην ΠΑΜΘ