

γράφει ο
Γιώργος Καρανίκας
Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε μια σπουδή στα ευρωπαϊκά ΜΜΕ όπως και στα ελληνικά υπέρ της Καμάλα Χάρις, η οποία έχει καταντήσει εντελώς προκλητική.
Για μια ακόμη φορά η Ευρώπη μέσα από το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ποντάρει περισσότερο στους Δημοκρατικούς, παρά στους Ρεπουμπλικάνους λες και η προεςδρία του Τζο Μπάιντεν μας έχει γεμίσει ευτυχία που δεν ξέρουμε που να την τοποθετήσουμε στην καθημερινότητά μας.
Φυσικά και οι λαοί δεν έχουν να περιμένουν και πολλά από το αν στις ΗΠΑ εκλεγεί ο Τράμπ ή η Καμάλα, πόσο μάλλον εμείς οι υποταγμένοι στους Αμερικάνους που δεν έχουμε καν εθνική ατζέντα για την εξωτερική μας πολιτική.
Λένε οι ευρωπαίοι ότι η πρώτη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε σοβαρή ζημιά στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ελεύθερο εμπόριο, με τον Ρεπουμπλικανό διεκδικητή να απειλεί να γίνει ακόμη πιο σκληρός αν κερδίσει μια δεύτερη θητεία ως πρόεδρος των ΗΠΑ, οι Βρυξέλλες δεν το ρισκάρουν.
«Γνωρίζω πολύ καλά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκμεταλλεύονται σε μεγάλο βαθμό τις Ηνωμένες Πολιτείες στο εμπόριο, όπως γνωρίζετε», δήλωσε ο Τραμπ σε μια συζήτηση που είχε την περασμένη εβδομάδα με τον Έλον Μασκ, και πρόσθεσε ότι «Δεν είναι τόσο σκληροί όσο η Κίνα, αλλά είναι κακοί».
Σε περίπτωση που ο Ντόναλντ Τραμπ επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, οι Βρυξέλλες γνωρίζουν ότι θα είναι μόνοι τους – είτε πρόκειται για το εμπόριο, την άμυνα ή την κλιματική πολιτική.
Και αναρωτιέται κανείς αν τελικά η ΕΕ έχει ατζέντα της προκοπής για την Κλιματική Αλλαγή, για την Άμυνα (πέρα από τις χώρες που παράγουν όπλα και οπλικά συστήματα) και όσο για το εμπόριο, νομίζουμε ότι η Κίνα και η Ινδία τα έχουν καταφέρει καλύτερα από τους μεγάλους παίκτες της Ένωσης.
Τον Τράμπ τον φοβούνται γιατί ενδέχεται να τερματίσει την ιστορία της Ουκρανίας στην οποία έχει ποντάρει και η ΕΕ και ενδεχομένως να χάσει ένα ακόμη βυζί η ομάδα των χωρών που παίζουν χοντρό παιχνίδι.
Λένε δε ότι σε αυτό το ενδεχόμενο και προβλέποντας τα προβλήματα που έρχονται, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έκανε μια ανασκόπηση στην επιτυχημένη προσπάθειά της τον περασμένο μήνα για μια δεύτερη θητεία ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του εκτελεστικού οργάνου που καθορίζει την εμπορική πολιτική για το μπλοκ των 27 χωρών και την αγορά των 450 εκατομμυρίων καταναλωτών.
Εδώ γελάμε, ειδικά για την κυρία Ούρσουλα!
Όπως αναφέρει δημοσίευμα του Politico, η «σφράγιση» εμπορικών συμφωνιών, που μέχρι πρόσφατα φοριούνταν σαν παράσημο τιμής, δεν θα κυριαρχεί πλέον στο παιχνίδι της ΕΕ – σηματοδοτώντας μια τεράστια μετατόπιση από την κατεύθυνση που έθεσε η ίδια πριν από πέντε χρόνια στην αρχή της πρώτης θητείας της.
Η «ισχυρή, ανοικτή και δίκαιη εμπορική ατζέντα» που θα πρόβαλλε η ΕΕ στην παγκόσμια σκηνή έχει εξαφανιστεί. Αντ’ αυτού, το εμπόριο πρόκειται να χρησιμεύσει ως πυρομαχικό στον πόλεμο κατά της «οπλοποίησης των οικονομικών εξαρτήσεων».
«Οι προστατευτικές τάσεις θα είναι σαφώς χειρότερες υπό μια δεύτερη θητεία Τραμπ», δήλωσε ο Τζον Κλαρκ, μέχρι πρόσφατα κορυφαίος διαπραγματευτής της Επιτροπής για το εμπόριο και πρώην επικεφαλής της αντιπροσωπείας της ΕΕ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
Με άλλα λόγια η Ευρώπη δεν θέλει Τράμπ γιατί θα ξαναμπεί η Ρωσία στο παιχνίδι, μια ισορροπία που στοίχησε στους ευρωπαίους πολλά χρήματα από τα πορτοφόλια τους για να ζεσταθούν και να κινήσουν οχήματα, βιομηχανία, βιοτεχνία, εμπόριο…
Οι αναλυτές λένε ότι «είτε πρόκειται για τον Τραμπ, είτε για την Καμάλα Χάρις, η προτεραιότητα των ΗΠΑ παραμένει να έχει οικονομική ασφάλεια, εγχώρια ανταγωνιστικότητα και εκβιομηχάνιση, όπως είναι πιθανό να ισχύει και για την Ευρώπη».
Ο πρώην κορυφαίος εμπορικός αξιωματούχος του Τραμπ, ο Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ, δεν έκρυψε ότι η Ουάσινγκτον θα επιτεθεί στην ΕΕ σε περίπτωση επανεκλογής του πρώην «αφεντικού» του.
Ο Λάιτχαϊζερ, ο οποίος χαρακτήρισε την Κίνα ως τη «μεγαλύτερη γεωπολιτική απειλή» της Αμερικής στο βιβλίο του «No Trade is Free» (Κανένα εμπόριο δεν είναι ελεύθερο) του 2023, προειδοποίησε επίσης για την «άγρια ανισόρροπη» εμπορική σχέση με την ΕΕ, βάζοντας στο στόχαστρο ιδίως την «κοντόφθαλμη φιλική προς την Κίνα πολιτική» του Γερμανού καγκελάριου Όλαφ Σολτς.
Πριν τις Ευρωεκλογές η εκτελεστική αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Bertelsmann Stiftung, Κάθριν Κλούβερ Άσμπρουκ μίλησε στο euronews στο πλαίσιο του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
«Τι θέλει να είναι η Ευρώπη σε έναν κόσμο στον οποίο οι τεκτονικές μετατοπίσεις είναι τέτοιου μεγέθους; Ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων είναι κάτι πραγματικό.
Το νιώθουμε κάθε μέρα στις αλυσίδες εφοδιασμού μας, στις οικονομικές μας επιλογές, στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον πληθωρισμό και το κόστος σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και φυσικά η σωματική μας ασφάλεια παραμένει απειλούμενη γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι μακριά από το να τελειώσει.
Το αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο.
Και έτσι θα υπέθετε κανείς ότι οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι πιθανώς οι πιο υψηλού κινδύνου εκλογές στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αλλά μετά κοιτά κανείς τα ποσοστά συμμετοχής και ενώ τα διακυβεύματα είναι κρίσιμα οι αριθμοί είναι ακόμα πολύ χαμηλοί», τονίζει στο euronews η κ. Άσμπρουκ.
Τελικά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών έδωσε μπουστάρισμα στα όσα ήλπιζε η ηγεσία της ΕΕ ή το μη αναμενόμενο αποτέλεσμα στις ΗΠΑ θα ανατρέψει την κατάσταση;