γράφει ο

Γιώργος Καρανίκας

 

Ο Δρ. Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι πολιτικός αναλυτής και σχολιαστής και Κύριος Ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ και αναπτύσσει το δικό του σκεπτικό με τα όσα συμβαίνουν στην κραταιά ευρωπαϊκή δύναμη που ονομάζεται, Γερμανία!

 

“Εμείς είμαστε ο λαός” φωνάζουν οι οπαδοί της ριζοσπαστικής δεξιάς “Εναλλακτική για τη Γερμανία” (AFD) και άλλων εξτρεμιστικών ομάδων στις συγκεντρώσεις τους. Στις ομιλίες, οι ηγέτες τους συκοφαντούν τις ελίτ και τους διανοούμενους που -σύμφωνα με το λαϊκιστικό αφήγημα- έχουν χάσει την επαφή με τη βάση. Προσβάλλουν και βρίζουν τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους και το “παλιό σύστημα”. Ο κύριος στόχος της προπαγάνδας τους είναι τα πολιτικά κόμματα ενός κατεστημένου που θέλουν να καταργήσουν.

 

Η στρατηγική και η γλώσσα των λαϊκιστών είναι λίγο πολύ παρόμοιες παντού. Αυτό που διαφέρει από χώρα σε χώρα είναι ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες και τα πολιτικά συστήματα αντιδρούν στην πρόκληση από τα δεξιά.

 

Οι μαζικές κινητοποιήσεις που λαμβάνουν χώρα σε πολλές γερμανικές πόλεις αυτές τις μέρες είναι ένα νέο φαινόμενο.

 

Οι τεράστιες συγκεντρώσεις δεν συντονίζονται κεντρικά. Δεν υπάρχουν δεσμοί με πολιτικά κόμματα ή οργανώσεις.

 

Βιώνουμε την κοινωνία των πολιτών με την καλύτερη έννοια του όρου.

 

Βλέπουμε τις πρώτες ενδείξεις ενός κινήματος που θέλει να αποδείξει ότι το 20% που επιτυγχάνει η “Εναλλακτική για τη Γερμανία” στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις, και ούτε πάνω από 30% που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις για την ακροδεξιά στην ανατολική Γερμανία, δεν αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των Γερμανών.

 

“Ποτέ ξανά φασισμός” είναι γραμμένο σε αφίσες που οι διαδηλωτές έχουν γράψει με το χέρι.

 

Πολλοί διαδηλωτές φέρνουν τα παιδιά τους στις πορείες. Στην τηλεόραση, πατέρες και μητέρες εξηγούν στους δημοσιογράφους ότι θέλουν τα παιδιά τους να ζήσουν σε μια ελεύθερη και φιλελεύθερη δημοκρατία.

 

Η αντιπαράθεση με τον ακροδεξιό εξτρεμισμό είναι το κυρίαρχο θέμα στη γερμανική πολιτική αυτές τις μέρες. Σε καμία άλλη χώρα του κόσμου η αντιπαράθεση με τους δεξιούς δημαγωγούς δεν είναι τόσο πολιτικά -και συναισθηματικά- φορτισμένη όσο στη Γερμανία. Φυσικά, αυτό οφείλεται -για καλό λόγο- στο βάρος της ιστορίας και των εγκλημάτων των Ναζί.

 

Θα αποτελούσε λάθος να συγκρίνουμε το σημερινό AFD με το NSDAP του Χίτλερ. Το Βερολίνο δεν είναι Βαϊμάρη.

 

Αυτό αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τις μαζικές διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών. Παρ’ όλα αυτά, ο κίνδυνος από τα δεξιά δεν πρέπει να υποτιμάται, όπως συνέβαινε για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Όπως και σε άλλες χώρες, οι δεξιές δυνάμεις στη Γερμανία επωφελούνται από τις αδυναμίες των δημοκρατικών κομμάτων. Ένα από τα καθήκοντα μιας κυβέρνησης είναι να δίνει πρακτικές λύσεις στα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Μια καλή κυβέρνηση που αξίζει την εμπιστοσύνη του λαού πρέπει να διαπνέει την πεποίθηση ότι είναι ικανή να λύσει τα προβλήματα.

 

Από αυτή την άποψη, η κυβέρνηση του Βερολίνου έχει μεγάλες ελλείψεις. Αυτό οφείλεται και στην ιδιαίτερη ποιότητα των προβλημάτων για τα οποία δεν υπάρχουν απλές λύσεις. Σκεφτείτε μόνο τις πολύπλοκες προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής -ένα ζήτημα που παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη Γερμανία απ’ ό,τι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Η εσωτερική διχόνοια εντός του συνασπισμού τριών ιδεολογικά πολύ διαφορετικών κομμάτων συμβάλλει, επίσης, στην αδυναμία της κυβέρνησης.

 

Οι Γερμανοί έχουν συνηθίσει σε αυτό: λίγο μετά την επίτευξη συμβιβασμού στον συνασπισμό του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Όλαφ Σολτς, σε συχνά παρατεταμένες διαπραγματεύσεις δεν αργούν οι κυβερνητικοί εταίροι -εκπρόσωποι των Πρασίνων και των Φιλελευθέρων- να τον αμφισβητήσουν δημοσίως.

 

Φυσικά, αυτό δε δείχνει εικόνα μιας ισχυρής κυβέρνησης.

 

Η αδυναμία της είναι συνέπεια του κατακερματισμού του γερμανικού κομματικού συστήματος. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι το σύστημα της απλής αναλογικής.

 

Αυτό δεν προάγει κατ’ ανάγκη την πολιτική σταθερότητα – που κάποτε αποτελούσε σήμα-κατατεθέν της Γερμανίας.

 

Όταν τα χρήματα λιγοστεύουν, οι συγκρούσεις για τη διανομή εντείνονται.

 

Βλέπουμε τα αποτελέσματα αυτές τις μέρες με τη μορφή κινητοποιήσεων των αγροτών και απεργιών των σιδηροδρόμων που παραλύουν μεγάλα τμήματα της χώρας.

 

Οι κοινωνικές εντάσεις και η δυσφορία στον πληθυσμό αποτελούν πολιτικά “δώρα” για τους ακροδεξιούς που καταφέρνουν να πείσουν πολλούς ανθρώπους με απλοϊκές λύσεις σε πολύπλοκα προβλήματα.

 

Η επιτυχία των λαϊκιστών δεν παρατηρείται μόνο στη Γερμανία, αποτελεί διεθνές φαινόμενο.

 

Ωστόσο, ο δεξιός εξτρεμισμός δεν κλονίζει καμία άλλη κοινωνία τόσο πολύ όσο τη Γερμανία – γεγονός που έχει φυσικά να κάνει με τις οδυνηρές εμπειρίες της ιστορίας.