γράφει ο 

Βύρων Β. Δημητριάδης

 

“...Η οργανωτική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών αποτελεί προϋπόθεση για την εμβάθυνση του κράτους δικαίου στην εποχή μας, αλλά και συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής ζωής στον τόπο μας, πολύ περισσότερο όταν, δυστυχώς, στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν ωμές παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας στο έργο τους και συμπεριφορές που πλήγωσαν το κύρος της Δικαιοσύνης.

 

Θα σας ζητούσα και σήμερα να κλείσετε τα αυτιά σας σε οποιαδήποτε απειλή μπορεί να εκτοξεύεται εναντίον σας από κάποιους και με τις αποφάσεις σας να πιστοποιείτε καθημερινά την ανεξαρτησία σας...”, είπε μιλώντας στην “Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών” στη Θεσ/νίκη ο Κούλης, ως πρωθυπουργός, εκ των ειδήμονων πολιτικών και τεχνοκρατών που προσπαθούν να επιβληθούν με κάθε τρόπο, και κάθε μέσο, στη συνείδηση της κοινής γνώμης ως ιδιαίτερη ελιτική φυλή -κάτι ανάλογο της φυλής των Αρίων στη μενταμοντέρνα, βεβαίως-βεβαίως, εκδοχή της.

 

Εδώ ακριβώς θα μπορούσε ν' αντιδράσει κανείς υποστηρίζοντας πως τους μαθητές της “Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών” δεν είναι δυνατόν να τους εντάξεις στην κοινή γνώμη, δηλαδή στην “αδαή κοινωνική πλειοψηφία” (όπως μας αποκάλεσε ο Κούλης), έχοντας στο μυαλό του ότι μπορεί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, να είναι μέλη του κόμματος της ελιτείας σε διατεταγμένη επιχείρηση κατάληψης εκ των έσω της “Δικαστικής Εξουσίας”.

 

Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο επικίνδυνες εξαιρέσεις -σαν τις δικές μας, ας πούμε, όπως με τον αείμνηστο Σαρτζετάκη ή τη Τουλουπάκη και πολλών άλλων περιπτώσεων υπεράσπισης και “...επικράτησης της λογικής του κράτους δικαίου και κυριαρχίας της έναντι της στρατηγικής και τακτικής της σκοπιμότητας...” όπως γράφει στο άρθρο του (“ΕφΣυν” 7/2) ο αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ. Γρηγόρης Πεπόνης που υποστηρίζει ότι “...Δεν επιδιώκει η Δικαιοσύνη θεμελίωση και προστασία του κύρους της με τη φίμωση της κριτικής.

 

Αποτελεί άλλωστε κοινό τόπο ότι το κύρος και ο σεβασμός δεν επιβάλλονται, αλλά κατακτώνται...” για να καταλήξει “...ευτυχώς... “υπάρχουν δικαστές στην Αθήνα”...” -αν και, τώρα τελευταία, με την υπόθεση του “Noor1” αρκετοί δικαστικοί λειτουργοί “εγκατέλειψαν” την Αθήνα, τη χώρα και το “λειτούργημα” ίσως για να μην έχουν τη τύχη των καμιά δεκαριά νεκρών, πλέον, μαρτύρων.

 

Η Επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρώην πρωθυπουργός Βασιλική Θάνου με άρθρο της (Documento 6/2) κρεμάει ανάποδα τον Κούλη και τον γδέρνει: “...Την 30/1/22 ο Πρωθυπουργός από του βήματος της Βουλής παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας και αναφερόμενος σε δημοσιογράφους... εξέφρασε τη βεβαιότητά του για την ενοχή τους και μάλιστα με ιδιαίτερη εμπάθεια (συμμορία-υπόκοσμος κλπ).

 

Με τον τρόπο αυτό ηθέλησε να προκαταλάβει τη δικαστική κρίση και να υποδείξει στο Δικαστικό Συμβούλιο ποια θα πρέπει να είναι η απόφαση που πρόκειται να εκδώσει.

 

Αυτό συνιστά καταφανή προσπάθεια χειραγώγησης των δικαστών και πλήρη έλλειψη σεβασμού προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

 

Και δύο ημέρες αργότερα, την 1/2/22 ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και απευθυνόμενος προς τους απόφοιτους της Σχολής ανέφερε ότι “στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν ωμές παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας στο έργο σας”.

 

Και στη συνέχεια τους συνέστησε “να κλείσουν τα αυτιά τους σε οποιαδήποτε απειλή”.

 

Τίθεται το εύλογο ερώτημα: Τόσο πολύ και με τόσο προκλητικό τρόπο υποτιμά ο πρόεδρος της εκτελεστικής εξουσίας τη νοημοσύνη των δικαστικών λειτουργών και όλων των ελλήνων πολιτών;

 

Και επίσης τίθεται το εύλογο ερώτημα εάν εννοούσε τις απειλές που εκτοξεύονταν από μερικούς από τα ελεγχόμενα πολιτικά πρόσωπα αναφορικά με το σκάνδαλο Novartis και τις μηνύσεις που κατέθεσαν τα ίδια αυτά πρόσωπα κατά των εισαγγελέων που διενεργούσαν την έρευνα.

 

Σε καμιά άλλη χώρα τα πολιτικά και άλλα δημόσια πρόσωπα που ελέχθηκαν για διαφθορά δεν διανοήθηκαν να “απειλήσουν” καταθέτοντας μηνύσεις εναντίον των εισαγγελέων και ανακριτών που ερευνούσαν τις υποθέσεις τους και εναντίον των δικαστών που τους δίκασαν (π.χ ο πρόεδρος της Γαλλίας Σαρκοζί, ο πρόεδρος του Ισραήλ Νιτανιάχου, ο πρόεδρος της Ισπανίας Ραχόι, ο πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής της Βραζιλίας Νούζμαν, ο κυβερνήτης του Ρίο Καμπράλ κλπ).

 

Με τις μηνύσεις, τις κατατεθείσες από ορισμένους από τους ελεγχόμενους για το σκάνδαλο Novartis πολιτικούς, εναντίον των εισαγγελέων κατά της διαφθοράς, κατά τη διάρκεια της διενεργούμενης από τους εν λόγω εισαγγελείς σχετικής έρευνας, καθώς και με τις λεκτικές απειλές κάποιου εκ των ελεγχόμενων υπουργών, με αποκορύφωμα την αναφερθείσα στην αρχή του παρόντος δημόσια παρέμβαση-υπόδειξη του πρωθυπουργού, προκλήθηκαν δικαιολογημένα ερωτήματα και υπόνοιες στους πολίτες ως προς το εάν οι διατάξεις των εισαγγελέων περί αρχειοθέτησης των υποθέσεων αυτών είναι αποτέλεσμα αμερόληπτης κρίσης ή είναι άραγε προϊόν πολιτικών παρεμβάσεων και απειλών.

 

Έτσι έπληξαν και με τον τρόπο αυτό την αξιοπιστία και το κύρος της Δικαιοσύνης, για την οποία, κατά τα λοιπά και κατά περίπτωση, εκφράζουν το ενδιαφέρον τους.

 

Οι ακέραιοι δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι σέβονται την ιδιότητά τους (και έτσι είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους, με λίγες εξαιρέσεις), έχουν επίγνωση του χρέους τους και δύνανται να διαφυλάττουν οι ίδιοι το κύρος της θεσμικής τους θέσης και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

 

Δεν χρειάζονται συστάσεις και υποδείξεις από τα μέλη της κυβέρνησης και μάλιστα από τα συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία κατ' επανάληψη έχουν προσβάλει τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της...”.

 

Κάτι μου λέει πως αυτό το άρθρο-παρέμβαση θα χρησιμοποιηθεί ως “σημείο αναφοράς” στο άμεσο μέλλον αν και δεν συμφωνώ ως προς το πού “γέρνει” η “συντριπτική πλειοψηφία, με λίγες εξαιρέσεις των δικαστικών λειτουργών”.

 

Και δεν παίρνω υπόψη μου το πώς γίνονται εώς σήμερα στην Ελλάδα οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο) καθώς και στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίοι ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.

 

Η παρέμβαση της Βουλής είναι “τυπική” και ανταποκρίνεται σχεδόν πάντοτε στους κομματικούς συσχετισμούς του υπ. Συμβουλίου.

 

Σε όλες τις περιπτώσεις και πρακτικές διορισμού ή εξέλιξης δικαστών, είναι άμεση η σύνδεσή τους και η εξάρτηση της υπηρεσιακής τους κατάστασης από πολιτικά όργανα δηλαδή από όργανα κομματικού προσδιορισμού.

 

Κριτήριο επιλογής δεν είναι μόνο η δικαστική ικανότητα και η νομική παιδεία του επιλεγόμενου, αλλά και (κυρίως;) η ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική του ταύτιση με εκείνους που τον προκρίνουν.

 

Αυτό και συμπροσδιορίζει τελικά τη δικανική του κρίση επί θεμάτων πολιτειακού θεσμικού και ευρύτερα πολιτικού ενδιαφέροντος.

 

Ούτε παίρνω υπόψη μου περιπτώσεις “Δικαστών Ντρεντ” όπως, για παράδειγμα, αυτή του σημερινού αντιπροέδρου της Βουλής και βουλευτή της ΝΔ Χαράλαμπου Αθανασίου ο οποίος ανέκαθεν ζητούσε την κατάργηση της παραγράφου 1 του Άρθρου 60 του Συντάγματος που ορίζει ότι “Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψηφίζουν κατά συνείδηση”. -ένας φασισμός που σχολιάσαμε αρκετές φορές στο παρελθόν.

 

Εφόσον θεωρεί τους βουλευτές φερέφωνα των αρχηγών των κομμάτων και, άρα, τον εαυτό του γνήσιο εκφραστή-ερμηνευτή των ιδεών του αρχηγού γιατί να μην αναλάβει και το καθήκον να δικάζει και να καταδικάζει από του βήματος του προεδρείου της Βουλής.

 

Παίρνω, όμως, σοβαρά υπόψη μου τον Κούλη, ο οποίος, ως τέτοιος που είναι, μιλά για “...εμβάθυνση του κράτους δικαίου...”.

 

Ακούγοντας αυτή τη φράση το μυαλό μου -εν πάση περιπτώσει, ό, τι υπάρχει για μυαλό- πήγε κατευθείαν στον θεωρητικό του Δικαίου του Εθνικοσοσιαλισμού Καρλ Σμιτ ο οποίος στο προοδευτικό Rechtsstaat -δηλαδή στο κράτος δικαίου, αντιπαρέθετε το ναζιστικό ιδεώδες του gerechte Staat -δηλαδή του “δίκαιου κράτους”.