

Τις ημέρες που πέρασε μαζί με τον Δημήτρη Ήμελλο στην 1η Θεατρική Κατασκήνωση του Δη.Πε.Θε. Καβάλας που είχε πραγματοποιηθεί στο Δημοτικό Camping Πρίνου στη Θάσο το 2010 θυμάται ο ηθοποιός Χάρης Τζωρτζάκης.
Συγκεκριμένα γράφει:
Γνώρισα τον Δημήτρη Ήμελλο στο τρίτο έτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών το 2009.
«Λοκαντιέρα» λέει, «αυτό θα κάνουμε!».
Παίρνω το έργο και το διαβάζω.
«Δάσκαλε ωραίο είναι αλλά δεν είναι κάπως παλιακό;»
«Θα δεις..» απάντησε.
Και Είδα.
Και άρχισε σιγά σιγά το έργο να αποκαλύπτεται. Το μεγαλείο του έργου αντάμα με το μεγαλείο του Δασκάλου.
«Τα πρόσωπα ζουν! Δεν υποκρίνονται ότι ζουν. Ζουν! Τι σημαίνει ζω; Ζω σημαίνει διεκδικώ! Κάτι θέλουν, κάτι ζητάνε πάνω στην σκηνή.
Όπως στη ζωή! Πρέπει να βρούμε τι είναι αυτό! Να το ανακαλύψουμε! Οι άνθρωποι δεν είμαστε έρμαια των καταστάσεων, είμαστε δρώντα όντα. Και μπορεί να μην ξέρεις τέλος του δρόμου, θα ήταν βαρετό άλλωστε, αλλά εσύ θα διαλέξεις το δρόμο που θα πάρεις. Οι αναποδιές είναι κομμάτι της ζωής, τις ξεπερνάς και πας παρακάτω. Μέχρι την επόμενη. Και φτου κι απ’ την αρχή. Αυτό είναι τραγικό αλλά και κωμικό μαζί. Η τραγωδία όπως και η κωμωδία δεν παίζεται. Βιώνεται. Όταν κάποιος γελάει ή κλαίει είναι επειδή ζει.
Δεν υποκρίνεται ότι ζει. Η κωμωδία όπως και η τραγωδία προκύπτει από τη διαρκή πάλη του ανθρώπου για ζωή. Παρατηρήστε τους ανθρώπους στο δρόμο. Παρατηρήστε τους στο ασανσέρ, μέσα στα αυτοκίνητα, στους περιπάτους τους, στο μετρό στα λεωφορεία. Πάντα κάτι ζητάνε πάντα κάτι θέλουν πάντα διεκδικούν οι άνθρωποι ακόμα και όταν φαίνεται να είναι παραδομένοι. Θέλει «τρέλα» και φαντασία η σκηνή. Εδώ όλα επιτρέπονται. Στη σκηνή μπορεί να είσαι «τρελός» στη ζωή όχι»
Παίξαμε τη Λοκαντιέρα με τα σώματα μας και ένα σεντόνι. Και με πολύ - πολύ τρέλα!
Ύστερα βρεθήκαμε στη Θάσο. Δεκαπέντε μέρες θεατρικό κάμπινγκ που διοργάνωσε ο Θοδωρής Αμπαζής. Ήταν φίλοι και συνεργάτες. Ξυπνάγαμε πουρνό - πουρνό, ένα τοστ ένα καφέ και Άσκηση. «Αγγελιαφόρους» είπε ο Δάσκαλος.
«Κάθετο κείμενο! Πείτε τα λόγια του Ποιητή αλλά μιλήστε για σας. Είναι προσωπικό το ζήτημα. Δεν χρειάζεται να το ξέρει κανείς, αλλά εσείς θα μιλάτε για κάτι πολύ προσωπικό. Για κάτι πολύ δικό σας. Εκεί βρίσκεται η εμπλοκή σας. Να βρείτε τι είναι αυτό που σας αφορά και γι’αυτό να μιλήσετε. Πάρτε το πολύ προσωπικά. Εμπλακείτε!»
Ύστερα ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα, ένα ελαφρύ μεσημεριανό και μετά πάλι Άσκηση. Κι ύστερα βράδιαζε. Κρασί, φαγητό, τσιγάρο και.. παιχνίδι. Παντομίμα, τρίβιαλ, χαρτιά και γέλια. Και φτου κι απ’ την αρχή την άλλη μέρα.
Ύστερα βρισκόμασταν στις εστίες του Ζωγράφου.
Πηγαίναμε για τρέξιμο σε μια ωραία διαδρομή στο δάσος. Κι όταν τελειώναμε έναν γύρο.
«Δεν πάμε κι ένα δεύτερο;»
«Πάμε ρε Δάσκαλε!»
Κι όλο λέγαμε για το τσιγάρο.. εγώ ακόμα..
Χαθήκαμε μέσα στα χρόνια.
Κι όταν τον έβλεπα.
«Τι κάνεις Δάσκαλε;»
Κι εκείνος μιλούσε πάντα για κάποιο έργο για κάποιο ρόλο. Όχι δικό του. Για τους μαθητές του. Λάτρευε τους μαθητές του.
Αντίο Δάσκαλε. Μας έχει συντρίψει το φευγιό σου.
