

Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη ξύπνησαν οδυνηρές μνήμες στη Νίκη Χατζηπανταζή από τις Σέρρες, τη μητέρα του 15χρονου Θεοδόση, που έχασε τη ζωή του στην πολύκροτη υπόθεση του ψευτογιατρού Νίκου Κοντοστάθη, ο οποίος με μαντζούνια και διάφορα άλλα κομπογιαννίτικα κόλπα έπειθε ασθενείς, κυρίως με καρκίνο, να διακόψουν τις θεραπείες που τους είχαν χορηγήσει οι γιατροί τους και να ακολουθήσουν τις …δικές του.
Για τη μητέρα του Θεοδόση ο εφιάλτης δεν τελείωσε ποτέ. Ήταν η οικογένειά της, μαζί με μία ακόμα από την Κω, που βρήκε το σθένος να ξεσκεπάσει τη δράση του διαβόητου ψευτογιατρού Νίκου Κοντοστάθη («Dr. Kontos»), οδητώντας τον στη δικαιοσύνη και επιβάλλοντάς του το 2022 μία από τις βαρύτερες ποινές στα ελληνικά δικαστικά χρονικά που ήταν 8 φορές ισόβια κάθειρξη.
Σήμερα, η υπόθεση του αιφνίδιου θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη σε ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι και η έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη για τις συνθήκες λειτουργίας και τους ελέγχους στον συγκεκριμένο χώρο φέρνουν ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της εποπτείας των ιατρικών υπηρεσιών.
Το ξέσπασμα για την αδράνεια των ελεγκτικών μηχανισμών
Μιλώντας στον δημοσιογράφο Χρήστο Στεφανή και στην τηλεόραση του Alpha, η Νίκη Χατζηπανταζή εξέφρασε την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι, κατά την άποψή της, τα διδάγματα από την υπόθεση του ψευτογιατρού δεν οδήγησαν στους ελέγχους που περίμενε η οικογένειά της.
Μετά τον θάνατο του παιδιού της και την αποκάλυψη όσων είχαν συμβεί, όπως εξήγησε, η οικογένεια πίστευε ότι η υπόθεση θα αποτελούσε αφορμή για ουσιαστικές αλλαγές.
Όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε, η οικογένειά της ζούσε με την ελπίδα ότι ο θόρυβος και η δικαστική δικαίωση μετά τη δική τους τραγωδία θα λειτουργούσαν ως καμπανάκι αφύπνισης. Πίστευαν ακράδαντα ότι οι αρμόδιες αρχές θα θωράκιζαν επιτέλους το σύστημα υγείας, βάζοντας φρένο στα εγκληματικά στοιχεία που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη αγωνία.
Η κ. Χατζηπανταζή στάθηκε ιδιαίτερα στην απουσία προληπτικών ελέγχων, τονίζοντας το παράλογο της σημερινής πραγματικότητας. Εξέφρασε την πλήρη αδυναμία της να συλλάβει πώς είναι δυνατόν, ακόμη και σήμερα, να δραστηριοποιούνται ανενόχλητοι είτε επιτήδειοι που υποδύονται τους ιατρούς, είτε αδειοδοτημένοι επαγγελματίες που εφαρμόζουν επικίνδυνες και απαγορευμένες θεραπευτικές μεθόδους.
Σύμφωνα με την ίδια, είναι αδιανόητο να μετακυλίεται η ευθύνη στον ανυποψίαστο ασθενή. Όταν ένας πολίτης αναζητά ιατρική βοήθεια, δεν είναι σε θέση ,ούτε υποχρεούται, να ελέγχει τη γνησιότητα των πτυχίων ή τη νομιμότητα των πρακτικών του κάθε γιατρού. Αυτή η θεμελιώδης υποχρέωση ανήκει αποκλειστικά στους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους, οι οποίοι, όπως καταγγέλλει, συνεχίζουν να επιδεικνύουν επικίνδυνη ολιγωρία.