Συμπληρώθηκαν 28 χρόνια από την 21η Ιουνίου 1998, την ημέρα που το Σπήλαιο της Αλιστράτης υποδέχθηκε για πρώτη φορά το κοινό, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για τον τουρισμό της ευρύτερης περιοχής. Αποτελώντας έναν από τους κορυφαίους φυσικούς προορισμούς της Βόρειας Ελλάδας, σε απόσταση μόλις 55 χιλιομέτρων από την Καβάλα (στη θέση «Πετρωτό»), το μνημείο συνεχίζει να εντυπωσιάζει συνδυάζοντας τη γεωλογική ιστορία με τη μυθολογία.

 

Η ιστορία της αποκάλυψης του σπηλαίου ξεκινά το 1959, όταν κάτοικοι της περιοχής εντόπισαν τυχαία την είσοδό του. Η καθοριστική στιγμή, ωστόσο, ήρθε το 1975, όταν ενημερώθηκε η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία. Οι αποστολές και οι χαρτογραφήσεις που ακολούθησαν έφεραν στο φως ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο, το οποίο δημιουργήθηκε από τη διαβρωτική δράση των νερών του ποταμού Αγγίτη στα ασβεστολιθικά πετρώματα.

 

Το επισκέψιμο τμήμα εκτείνεται σε γνωστό μήκος τριών χιλιομέτρων, καλύπτοντας τουλάχιστον 25.000 τετραγωνικά μέτρα. Ο τεράστιος κεντρικός θάλαμος, με ύψος που φτάνει τα 30 μέτρα, προκαλεί δέος στον επισκέπτη, ο οποίος έχει την ευκαιρία να θαυμάσει έναν σπάνιο διάκοσμο αποτελούμενο από, σταλακτίτες, σταλαγμίτες και κολόνες, αραπετάσματα, «γκουρ» και σπηλαιόμαργαρα και τους σπάνιους ελικτίτες, σχηματισμούς που αναπτύσσονται με ακανόνιστη και ελικοειδή πορεία

 

Τα ιζήματα του σπηλαίου αποτελούν πολύτιμο αρχείο παλαιοντολογικών και αρχαιολογικών ευρημάτων, ενώ ο χώρος παρουσιάζει τεράστιο βιοσπηλαιολογικό ενδιαφέρον, φιλοξενώντας νυχτερίδες και προσαρμοσμένους οργανισμούς. Παράλληλα, το απόκοσμο τοπίο αγκαλιάζεται από την τοπική παράδοση, η οποία συνδέει το φαράγγι του Αγγίτη με τη Σφίγγα, αλλά και με την «Πύλη του Άδη» από την οποία κατέβηκαν ο Πλούτωνας και η Περσεφόνη στον Κάτω Κόσμο.