

γράφει ο
Βύρων Β. Δημητριάδης
Από τη στιγμή που το Ιερατείο του Περισσού δεν ανέδειξε τις θέσεις του 22ου Συνεδρίου ως γραμμένες με κεραυνούς πάνω σε μαρμάρινες πλάκες οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για τη συνέχεια των όσων προηγήθηκαν -συνέχεια που εκφράζεται με τον στόχο της εκπλήρωσης της ιερής αποστολής για την “...κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο…” γενικά, για την κατάργηση του “...συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης…” (σελ. 22,72,86) ειδικά.
Συνέχεια που εκφράζεται και με τη μόνιμη ανησυχία για την “...Όξυνση της βασικής αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία…” (σελ. 7,22,76).
Βέβαια, η σωστή διατύπωση, αυτή δηλαδή που χρησιμοποιούν τα κόμματα του “μαρξισμού-λενινισμού” -και το ίδιο το ΚΚΕ πριν από μερικά χρόνια – εδώ κι έναν ολόκληρο αιώνα είναι η εξής: “...όξυνση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας”.
Έτσι η “βασική αντίθεση” πάει στον καπιταλισμό και απέναντι στο κεφάλαιο δεν βρίσκεται η γενική και αόριστη “εργασία” αλλά ο συγκεκριμένος κοινωνικό-οικονομικός όρος-σχέση η “μισθωτή εργασία”.
Γράφει, για παράδειγμα, ο Μαρξ στο “ΚΕΦΑΛΑΙΟ”: “...Ο ρωμαίος δούλος ήταν δεμένος στον ιδιοχτήτη του με αλυσίδες, ο μισθωτός εργάτης είναι δεμένος στον δικό του ιδιοχτήτη με αόρατα νήματα… Το κεφαλαιοκρατικό προτσές (διαδικασία) παραγωγής, λοιπόν, με την ίδια του τη λειτουργία αναπαράγει τον χωρισμό της εργατικής δύναμης από τους όρους εργασίας.
Έτσι αναπαράγει και διαιωνίζει τους όρους εκμετάλλευσης του εργάτη. Υποχρεώνει διαρκώς τον εργάτη να πουλάει την εργατική δύναμή του για να ζήσει, και δίνει διαρκώς τη δυνατότητα στον κεφαλαιοκράτη να την αγοράζει για να πλουτίζει…
Είναι το μάγγανο του ίδιου του προτσές που τον ένα από τους δύο τον ξαναπετάει διαρκώς πίσω στην αγορά των εμπορευμάτων σαν πουλητή της εργατικής του δύναμης και που μετατρέπει διαρκώς το δικό του προϊόν σε μέσο αγοράς στα χέρια του άλλου…
Το κεφαλαιοκρατικό προτσές παραγωγής… παράγει όχι μονάχα εμπορεύματα όχι μονάχα υπεραξία, παράγει και αναπαράγει την ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, από τη μια μεριά του κεφαλαιοκράτη και από την άλλη του μισθωτού εργάτη.
Το κεφάλαιο προϋποθέτει τη μισθωτή εργασία, η μισθωτή εργασία προϋποθέτει το κεφάλαιο. Αλληλοκαθορίζονται και αλληλοπαράγονται…”.
Και δεν είναι μόνο ο όρος, η έννοια της “μισθωτής εργασίας” που προσπαθούν να εξαφανίσουν ως άλλο “Υπουργείο Αλήθειας” (“1984”).
Ενώ χρησιμοποιούν απλόχερα τον όρο “διαλεκτική” ακόμη και για σχέσεις που δεν είναι διαλεκτικές, την πολυαναφερόμενη “βασική αντίθεση” δεν την θεωρούν διαλεκτική.
Η “Ιστορία” του πρώτου νόμου της διαλεκτικής του Χέγκελ περί της “ενότητας και πάλης των αντιθέτων” είναι εντελώς κατατοπιστική:
Ο Χέγκελ θεωρούσε ότι η κοινωνική πραγματικότητα προχωρά μέσω της συμφιλίωσης, της αμοιβαίας διαμεσολάβησης, της συναίνεσης, της άρσης των αντιθέσεων που συνυπάρχουν στο σύστημα.
Οι μαθητές του που αργότερα ονομάστηκαν “αριστεροί νεοχεγκελιανοί”, με αρχηγό τον Μπρούνο Μπάουερ (και τελευταίο μαθητή του Λένιν), αρνήθηκαν αυτή τη συμφιλίωση αυτή την άρση των αντιθέσεων του δασκάλου τους και πρότειναν μια ασυμφιλίωτη κριτική της αντιφατικότητας και των ατελειών του συστήματος προωθώντας έτσι έναν άκριτο υποκειμενισμό που οδήγησε στη βουλησιαρχία και στην πολιτική μια και η βούληση είναι αρχή της πολιτικής.
Ο Μαρξ, κατηγόρησε τους φίλους του αριστερούς νεοχεγκελιανούς ότι δεν κατάλαβαν τον μεγάλο δάσκαλο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ίδιος ο Μαρξ συμφωνούσε με τον Χέγκελ, το αντίθετο μάλιστα: θεωρεί ότι ένα κοινωνικό σύστημα έχει να διαλέξει ανάμεσα σε πολλούς δρόμους για τη μελλοντική του μορφή.
Το τι τελικά θα επιλέξει εξαρτάται από τις “ιστορικές συνθήκες” από το “ιστορικό περιβάλλον” μέσα στο οποίο αναπτύσσεται αυτό το σύστημα.
“...Επομένως -υποστηρίζει ο Μαρξ- δεν υπάρχει θέμα χεγκελιανής “αρνητικής ενότητας” δύο πλευρών μιας αντίφασης, αλλά για την υλικά προσδιορισμένη καταστροφή του προηγούμενου υλικά προσδιορισμένου τρόπου ζωής των ατόμων, που με την εξαφάνισή του εξαφανίζεται επίσης και αυτή η αντίθεση μαζί με την ενότητά της…” (Η Γερμανική Ιδεολογία).
Αργότερα, στα Grundrisse, προχωρά σε μια στοχοποίηση:
“...Ώστε η παραγωγή καπιταλιστών και μισθωτών εργατών είναι ένα βασικό προϊόν της διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου… Και η σκέψη μερικών σοσιαλιστών ( α λα ιερατείο του Περισσού) πως τάχα χρειαζόμαστε το κεφάλαιο αλλά όχι τους κεφαλαιοκράτες (ο Περισσός χρειάζεται την “εργασία” αλλά όχι τον μισθωτό εργάτη) είναι πέρα για πέρα λαθεμένη…”.
Υπερβολές; Αντικομμουνισμός;
Ιδού πώς αναπτύσσει θέση της “Εισήγησης” ο Γ.Γ της Κ.Ε Κουτσούμπας: “...Για να μπορούν να εργάζονται όλοι οι άνθρωποι με όλο και λιγότερο υποχρεωτικό χρόνο εργασίας με όλο και περισσότερο χρόνο στην ελεύθερη επιλογή κοινωνικής εργασίας, με την ανεργία να αποτελεί παρελθόν, μακριά από τη μισθωτή σκλαβιά, η εργασία να γίνει επιτέλους η πρώτη ζωτική τους ανάγκη, με μέτρα υγιεινής και ασφαλείας στους χώρους δουλειάς, με ολόπλευρη ανάπτυξη όλων των ικανοτήτων τους, απαλλαγμένοι από τον διαμεσολαβητικό ρόλο του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης…”.
Φέρνοντας περισσότερο σε γ.γ Σωματείου Εργαζομένων ο Κουτσούμπας είναι τόσο αποκαλυπτικός ώστε να μας κάνει να υποθέσουμε πως αυτόν θα είχε υπόψη του ο Μαρξ όταν αναγκάστηκε να γράψει:
“...Η εργατική τάξη δεν θα πρέπει να ξεχνάει ότι παλεύει ενάντια στα αποτελέσματα και όχι ενάντια στις αιτίες αυτών των αποτελεσμάτων, ότι καθυστερεί βέβαια την προς τα κάτω κίνηση, αλλά δεν αλλάζει όμως την κατεύθυνσή της, ότι χρησιμοποιεί καταπραϋντικά φάρμακα, που όμως δεν γιατρεύουν την αρρώστια…
Αντί το συντηρητικό σύνθημα “Ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα” θα πρέπει να γράψει στη σημαία της το επαναστατικό σύνθημα: “Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας” (Μισθός, τιμή, κέρδος).
Υπό αυτή την έννοια ούτε ως “Κόκκινο Συνδικάτο” μπορεί να παρομοιάσει κανείς τον Περισσό -στο δεύτερο άρθρο των επαναστατικών καταστατικών τους πάντα δήλωναν τον στόχο τους: “κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας”.
Στην ομιλία του ο Κουτσούμπας χρησιμοποιεί μια δυσκολοχώνευτη φράση περί “διαμεσολαβητικού ρόλου του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης” που μας παραπέμπει στη “...Βαθύτερη κατανόηση και αποκάλυψη της εκμεταλλευτικής σχέσης των σύγχρονων μορφών που παίρνει η καπιταλιστική εκμετάλλευση…” (σελ. 72).
Οι Ταλιμπάν πιστεύουν πως με κάτι τέτοια θα συνεχίζουν να μαστουρώνουν το ποίμνιο όπως ακριβώς και με τη θέση 12 του Α΄Κειμένου του 21ου Συνεδρίου: “...Παρουσιάζεται μαζικά το φαινόμενο -τα μέλη του κόμματος- να μην κατανοούν την εκμεταλλευτική σχέση και τη λειτουργία του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος…” ενώ, την ίδια στιγμή, λίγο παρακάτω, στο Γ’ Κείμενο θέση 2 υποστήριζαν ότι “...η μισθωτή εργασία είναι ζήτημα θεωρητικής και στατιστικής επεξεργασίας…” διότι “...η μισθωτή απασχόληση δεν ταυτίζεται με την εργατική τάξη… (θέση 5)…”.
Με αυτά και με αυτά, το κόμμα “παντός καιρού” -καιροσκοπισμού;- θα συνεχίσει, με τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό του, τις επαναστατικές του ονειρώξεις στη βάση του ιερού καθήκοντος της “κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο”.
Όπως και να ‘χει, πάντως, κανείς πλέον δεν μπορεί να κρύψει πως πρόκειται για Συνέδρια -Μάρκετινγκ για τη διαχείριση ανθρώπων.