

γράφει ο
Κώστας Παπακοσμάς
Η περιοχή της Άσπρης Άμμου στην Καβάλα στην ανατολική της πλευρά, στη διάρκεια της κατοχής των ετών 1941 – 44.
Η φωτογραφία είναι από Γερμανό στρατιώτη. Εικονίζει το τεράστιο εύρος της ακτής αλλά και τον λοφίσκο της άμμου που υπήρχε σε μεγάλο μέρος της πλαγιάς και υπάρχει ακόμα και σήμερα. Σαρακατσάνοι και Βλάχοι είχαν καταλύματα στο χώρο αυτό.
Η περιοχή αυτή συγκέντρωνε πολύ κόσμο, τους καλοκαιρινούς μήνες της δεκαετίες 1960 και 1970 για τα περίφημα αμμόλουτρα.
Οι μεγάλοι στην ηλικία, και ειδικά οι γυναίκες, πήγαιναν και στην ακτή της Άσπρης Άμμου, όχι τόσο για το μπάνιο αλλά για .. “αμμόλουτρα” θεωρούσαν ότι η άμμος της περιοχής είχε ιαματικές δυνατότητες ( άμμος που όπως λέγανε “ήρθε” ..από την Αφρική).
Τα λεωφορεία του υπεραστικού Κ.Τ.Ε.Λ. μετέφεραν τον κόσμο αυτό όπου οι επιβάτες (κυρίως γυναίκες) απαιτούσαν από τον οδηγό να μην ανοίξει κανένα παράθυρο ώστε να διατηρήσουν και κατά την επιστροφή τους στην Καβάλα την θερμοκρασία της ..άμμου, φυσικά το λεωφορείο θύμιζε «σάουνα» προς ατυχία του οδηγού..
Στην δεκαετία του 1980, κάθε καλοκαίρι την επισκέπτονταν Πολωνοί τουρίστες, όπου κατασκήνωναν για εβδομάδες, κάποιοι από αυτούς πωλούσαν και διάφορα αντικείμενα από τις χώρες τότε του Ανατολικού μπλοκ.
Σήμερα έχει χτιστεί η λαχαναγορά σε έκταση της περιοχής. Η άκρη του ακρωτηρίου φέρει την ονομασία “Σπαθιά”.
Η Δάφνη Καζάκου έγραψε: “Αρκετοί πηγαίναν με τα πόδια είχαν μαζί τους κάτι ξύλινα τσαπάκια για την άμμο. Περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας”.
Ο Ελευθέριος Παπαγιαννάκης έγραψε: “Πρόλαβα τα αμμόλουτρα. Κάθε καλοκαίρι με το μικρό λαγίνι και την μεγάλη ομπρέλα, πήγαινε ο πατέρας μου ο Κοσμάς, ήταν απαραίτητα για την καλή λειτουργία του οργανισμού και ειδικά για πέτρα στα νεφρά!
Τότε το λεωφορείο σταματούσε στα νεκροταφεία, και από εκεί με τα πόδια. Αμμόλουτρο ήταν να μπαίνει σε λάκκο που έκαιγε η άμμος και σκεπάζονταν με άμμο για 30-35 λεπτά”..
Η Ελευθερία Κυφωνίδου έγραψε: “Ωραίες αναμνήσεις από την Άσπρη Άμμο, ανέμελες καλοκαιρινές διακοπές! Μέναμε σε κάτι ξύλινα σπιτάκια νομίζω αλλά υπήρχαν και σκηνές. Μια μέρα έβρεχε και στάζανε τα νερά πάνω στον αδερφό μου που κοιμόταν και γελούσαμε γιατί δεν ξυπνούσε.
Θυμάμαι που "θάβαμε" τη γιαγιά στην άμμο εκεί αγοράζαμε ροζ μαλλί της γριάς που μόνο εκεί το βρίσκαμε και το τρώγαμε με τόση λαχτάρα! Σ
ταματούσε το λεωφορείο με τους εργαζόμενους από τη Φωνή της Αμερικής και άφηνε το μπαμπά από τη δουλειά....Δυστυχώς αυτά τα χρόνια έφυγαν...” .
Μαρίνα Αποστολάκη έγραψε: “Η γιαγιά μου Παρθενόπη, θάβονταν σε λάκκο που έφτιαχνε, έβαζε το παρασόλι της για προστασία στο κεφάλι και μας έπεισε όλους, ότι όλο τον χειμώνα , δεν αρρώσταινε!
Τα σπαθιά, ήταν ο βιότοπος των μεγαλύτερων και πιο νόστιμων μυδιών! Τεράστια, κατακίτρινα εσωτερικά, πεντανοστιμες, τεράστιες καλλιέργειες. Ο πατέρας μου τα έβγαζε προσεκτικά και μερικά από αυτά τα άχνιζε η μαμά επιτόπου. Ήταν το κάμπινγκ του Σαββατοκύριακου, στα παιδικά μου χρόνια.
Ο Θεόδωρος Δημοσθένους Λυμπεράκης έγραψε : “Υπάρχει ένας ωραίος οθωμανικό μύθο, για το όνομα της τοποθεσίας Άσπρη άμμος”.
