

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Καιρούς που ζούμε σήμερα, παιδιά, της βίβλου μοιάζουν,
που τρομερά φαινόμενα, τον κόσμο μας ρημάζουν.
Θειάφι πέφτει απ’ τον ουρανό, καίει χωριά και χώρες
και Σοδομο-Γομορριτών, περνάμε μαύρες ώρες.
Αλλά απ’ την υπόθεση, ο Λωτ μόνο που λείπει,
που ήταν θεοφοβούμενος και έφυγε απ’ το σπίτι.
Εμείς απροειδοποίητοι, μες στης ζωής το βάρος
κι έξαφνα φτάνει το κακό και…όποιον πάρει ο χάρος.
Το ίδιο και με τις βροχές, τις τρομερές πλημμύρες,
που αφήνουνε στο πέρασμα, ορφανά, γυμνά και χήρες.
Τούτη την μπόρα οι σοφοί, Δανιήλ την ονομάσαν,
μα αυτοί ξέρουνε γιατί, τέτοια αυτοί σπουδάσαν.
Τον Δανιήλ τον ρίξανε, στον λάκκο των λεόντων,
μα δεν τον φάγαν τα θεριά, σε πείσμα των αρχόντων.
Τότε ο Δαρείος έριξε στον λάκκο τους συκοφάντες
κι οι λέοντες εσπάραξαν, παιδιά, γυναίκες, πάντες.
Και τώρα ήρθε ο σοφός, προφήτης και ο πράος,
έφερε τον κατακλυσμό, μαζί του και το χάος.
Λείπει ο Νώε απ’ εδώ, λείπει κι η κιβωτός του
κι όλος ο κόσμος χάνεται, μαζί του και το βιός του.
Κι άλλοι πάνω απ’ τις σκεπές, μες στο νερό ή απ’ όξω,
προσμένουν την περιστερά και το ουράνιο τόξο.
Μα ας πάμε και στο φονικό, εκείνο του Αντώνη,
μοιάζει ο Κάιν τον αδελφό, τον Άβελ, να σκοτώνει.
Ο Κάιν τονε σκότωσε, απ’ την πολύ του ζήλια,
όπου στον Άβελ ο Θεός, έταξε δώρα χίλια.
Γιατί του εθυσίασε, αρνί πάνω στη σχάρα,
μα ο Κάιν…κολοκύθες δυό και τα ’κανε μαντάρα.
Μα αυτοί οι ναύτες, ρε παιδιά, νόμους και ήθη…γράψαν
και τον Αντώνη βάναυσα, στη θάλασσα πετάξαν.
Από τον Κάιν ο Θεός, ζήτησε απολογία
κι αμέσως τον ξαπόστειλε, για πρώτη τιμωρία.
Εμείς τι να τους κάνουμε, τέτοιους εγκληματίες,
που έχουν ασυγχώρητες, μεγάλες αμαρτίες;
Γεμίσανε οι φυλακές και δε χωράνε άλλοι,
εδώ θα πρέπει ένας σοφός, τη λύση να την βγάλει.
Οι Άγγλοι τον παλιό καιρό, σαν είχαν αποικίες,
τους εξορίζαν μακριά, σ’ Αυστραλο-ζηλανδίες.
Αλλά και η πατρίδα μας, προχθές «παλικαρίσια»,
έστελνε κάποιους…ζωηρούς, βόλτα στα ξερονήσια.
Κάποιοι τον Άλκη σκότωσαν και κάποιοι τον Μιχάλη,
με τον Αντώνη εν ψυχρώ, τώρα φανήκαν κι άλλοι.
Δε θα ’πρεπε να οδηγηθούν, σε ένα ξερονήσι
και σε άλλο οι επόμενοι, όταν αυτό γεμίσει;
Να τρών’ την Άνοιξη βλαστούς και τον Χειμώνα ρίζες,
να τρέχουνε να πιάνουνε, μαύρα φίδια κι ακρίδες;
Παιδιά, όχι για εκδίκηση, να πάν’ σ’ αυτά τα μέρη,
αλλά για δεύτερο έγκλημα, να τους «κοπεί» το χέρι.
Όπως ο Θεός ανάγκασε, τον Κάιν σ’ εξορία,
πρώτος πήγε στην ξενιτιά, για τέτοια αμαρτία.