

γράφει ο
Βασίλης Μυλωνάς
Όλη η Ελλάδα καίγεται, η φωτιά μάς καβουρντίζει,
κι ο Μηταράκης, ο υπουργός, τον κώλο του δροσίζει.
Μπήκε σε βάρκα…με κουπιά και βγήκε για σεργιάνι,
μέσα στα δροσερά νερά, καμιά βουτιά να κάνει.
Κατά τα άλλα ήτανε, Προστάτης του Πολίτη,
μα, η αφεντιά του κοίταζε, μόν’ τη δική του μύτη.
Φωτιές σε Ρόδο, Κέρκυρα, καίγεται η Λαμία,
στο Βόλο βόμβες σκάζουνε, στάχτη η Μαγνησία.
Μα, αυτός, εκεί, τα μπάνια του, αυτό μονάχα ξέρει,
μην χάσει τις διακοπές, αυτό το καλοκαίρι.
Τον ψάχνει ο πρωθυπουργός κι όλα τα επιτελεία,
και…τονε βρίσκουν με μαγιό, σε κάποια παραλία.
-Βρε Νότη, τι κάνεις εδώ, καίγεται η πατρίδα!
-Παιδιά, εδώ στη θάλασσα, εγώ φωτιές δεν είδα!
-Βρ’ άντε τσακίσου, έλα εδώ! του λέει ο Μητσοτάκης,
το παντελόνι του φορεί, τότε ο Μηταράκης.
-Μα, τι με θες, Κυριάκο μου, φωτιές εγώ θα σβήσω,
τώρα για…μικροπυρκαγιές, τα μπάνια μου ν’ αφήσω;
Και ο Κυριάκος έξαλλος, του λέει: κοίτα τον Βόλο!
Και φραπ με την ποδάρα του, μία κλοτσιά στον κώλο.
-Βρε, εγώ σ’ είχα για σοβαρό και όχι για…αλήτη,
γι’ αυτό το πόστο σού δωσα, Προστάτη του Πολίτη!
-Τώρα που ο κόσμος καίγεται, εσύ δε χαμπαρίζεις,
ξεβράκωτος στη θάλασσα, τα…απίδια σου δροσίζεις;
-Πιλότους έχουμε νεκρούς, πώς το βαστά η ψυχή σου,
εσύ μέσα στα κύματα, να παίζεις το πουλί σου;
-Τσομπάνηδες καήκανε, στάχτη τα πρόβατά τους,
άλλοι χάσαν τα σπίτια τους, τα εργοστάσιά τους!
-Άντε, τσακίσου, το λοιπόν, τράβα στην παραλία,
κάνε όποια τρέλα σού ερθεί και πάσα μαλακία!
-Εγώ εκτελώ το Σύνταγμα και κάθε γράμμα Νόμου,
δίνω το Υπουργείο αυτό, τώρα, στον Οικονόμου!
Κι ο Μηταράκης άδοξα, με τη μεγάλη μύτη,
βρεγμένη γάτα έγινε κι έφυγε για το σπίτι.
Ίσως να μην κατάλαβε, ποιο του’ βαλαν καθήκον,
κι ας βλέπει ειδήσεις, τώρα πια, όπως κι εμείς, κατ’ οίκον.