γράφει ο

Βασίλης Αθ. Μυλωνάς

 

 

Άνθρωποι:

Οι ευλογημένοι και οι καταραμένοι

 

Έπλασε άνθρωπο ο θεός, του ’δωσε νου και γνώση,

του ’πε κατέκτησε τη γη, τέκνο ευλογητό συ.

 

Κι ο νεαρός, τότε, Αδάμ κι η Εύα η συμβία,

ζούσανε στον παράδεισο, γυμνοί και μ’ ευτυχία.

 

Αλλά τους εξαπάτησε, όφις καταραμένος,

που ήτανε ο διάβολος, ο μεταμφιεσμένος.

 

Και φάγανε οι άμοιροι, του «ξύλου» τον καρπό του

και του Αδάμ του έμεινε σημάδι στο λαιμό του.

 

Και από τότε άρχισε, αυτή η φαγωμάρα

και πάντα μας ακολουθεί, αιώνια κατάρα.

 

Πρώτος ο Κάιν όπλισε, το άδικό του χέρι

και τ’ αδερφού του έτρεξε, το αίμα στ’ άγια μέρη.

 

Και από κει και ύστερα, όλα…χαμός Κυρίου,

σφαγές, φωτιές στον άνθρωπο και μέρες μαρτυρίου.

 

Μεσουρανούν οι πόλεμοι, πολλές χιλιάδες χρόνια

και σπάνια έχουν οι λαοί, αγάπη και ομόνοια.

 

Μα, μες στην παρανόηση, στη μισαλλοδοξία, 

είν’ άλλοι που ορκίζονται, στου Άβελ τη θυσία.

 

Είν’ οι καλοί μας γεωργοί, που σπέρνουν και θερίζουν

και με καρπούς θεού και γης, όλους μας μάς ταΐζουν.

 

Ευλογημένοι οι βοσκοί, οι κηπουροί, οι ψαράδες,

οι άνθρωποι του πνεύματος, οι δάσκαλοι, οι παπάδες.

 

Χτίστες, ραφτάδες και πολλοί, άλλων επαγγελμάτων,

ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, μαστόροι υποδημάτων.

 

Άγγελοι μοιάζουν οι γιατροί, που αγωνιούν μαζί μας,

 δεν είναι λίγες οι φορές, που σώζουν τη ζωή μας.

 

Που σπάζουν τα κεφάλια τους, φάρμακα για να βρούνε

κι αν χρειαστεί, μεσάνυχτα, τρέχουν και χειρουργούνε.

 

Από εφευρέτες ποιον να πω, χιλιάδες εφευρέσεις,

που μας προσφέρουν στη ζωή, αμέτρητες ανέσεις;

 

Αυτοί είναι, φίλοι, οι πολλοί, σαν τον Άβελ αθώοι,

μα είναι κι άλλοι σαν τον Κάιν, που ο διάβολος τους τρώει.

 

Αυτοί έχουνε κακές ψυχές, μυαλά δαιμονισμένα,

χαίρονται όταν τα χέρια τους, τα βλέπουν ματωμένα.

 

Είναι αυτοί που φτιάχνουνε, κανόνια και οβίδες

και κάνουν πόλεις και χωριά…να ζούνε νυχτερίδες.

 

Είναι αυτοί που μελετούν και όπου σχεδιάζουν,

με ένα μπαμ, ομαδικά, αθώους να τους σφάζουν.

 

Και λέγονται επιστήμονες, αυτοί οι καταραμένοι,

όπου μπορούν να κάψουνε, όλη την οικουμένη.

 

Και το ’χουνε για καύχημα, πως κόβει το μυαλό τους,

που δεν ακούνε τον Χριστό, αλλά τον διάβολό τους.

 

Τα όπλα τους τα τρομερά, μ’ αμύθητη αξία,

κοιτάξτε πώς την κάνανε, ευθύς την Ουκρανία!

 

Σα σκάνε βγαίνει ο καπνός, πελώρια «μανιτάρια»

και θάβονται οι άμαχοι, σε οικοδομών κουφάρια.

 

Κι αυτοί σίγουρα χαίρονται, για την…επιτυχία,

γιατί έχουνε μαύρη ψυχή, δεν ξέρουν αμαρτία.

 

Μπορεί να ’ναι πανέξυπνοι, να είναι σπουδαγμένοι,

μα είν’ απ’ τον κόσμο μισητοί κι είναι καταραμένοι.

 

Οι ευλογημένοι είναι πολλοί, ιδρώνουν και πασχίζουν,

μα αυτοί οι δαιμονάθρωποι, μόνο ζωές θερίζουν.

 

Δε σπάζουν τα κεφάλια τους, για την ευημερία,

αλλά για την καταστροφή και για την τυραννία.

 

Κατάλαβέ με Ιησού Χριστέ, αν σε στεναχωρήσω,

ετούτων τα εγκλήματα, δε θα τα συγχωρήσω!