

γράφει ο
Άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε…η των απηλπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων βοήθεια, ιδού η πόλις Σου!
Ω, Παναγιά μου Δέσποινα και του Θεού Μητέρα, γύρνα και ρίξε μια ματιά, στην Ουκρανία πέρα!
Γύρνα και ιδές την πόλη Σου, που χτίσαν τα παιδιά Σου, την πόλη Μαριούπολη, που έχει τ’ όνομά Σου!
Δεν μένει, σαν τη Νινευή, πέτρα πάνω στην πέτρα και οι κάτοικοί της σκόρπισαν, σαν του λαγού τα τέκνα!
Η πόλη ήταν όμορφη, από Έλληνες φτιαγμένη, μα τώρα πώς κατάντησε, έρημη και καμένη!
Είχε ωραία κτήρια, κήπους…της Βαβυλώνος, τώρα παραμονεύει εκεί, ο θάνατος κι ο πόνος!
Τη χτίσαν νοικοκύρηδες, πριν αρκετούς αιώνες, τώρα μοιάζει με κόλαση, μ’ ερείπια και κοτρόνες!
Δεν μένουν Παιδικοί Σταθμοί, ούτε Νοσοκομεία, έγκυες πρόωρα γεννούν, επάνω στα φορεία!
Ο Άγιος Βασίλειος, θα βλέπει πικραμένος, που ό,τι εκείνος έχτιζε, αυτοί γκρεμούν με μένος!
Κι οι εκκλησιές χαλάσματα και οι εικόνες τρέμουν, αντιλαλούν τα σήμαντρα, στον βόμβο του πολέμου!
Και τώρα στους Χαιρετισμούς, Δέσποινα, Παναγία, δε θ’ ακουστεί το «Άσπιλε», ούτε άλλη ψαλμωδία!
Γιατί οι πιστοί αλάφιασαν, πήραν των οματιών τους, αφήνουν πίσω τους νεκρούς, το ρημαγμένο βιός τους!
Άλλοι πήραν τα όπλα τους κι ελπίζουνε για Νίκη, αλλά στον εισβολέα μπρος…γάτος με το ποντίκι!
Κι ίσως πεθάνουν όλοι τους, σα τον Παλαιολόγο, μα προτιμούν τον θάνατο, από σκλαβιά και ψόγο!
Ακόμη μία χάνεται, πόλη αυτού του χώρου, μετά από κείνη, Δέσποινα, τη «λάμψη» του Βοσπόρου!
Μα ο εχθρός, ω Παναγιά, δεν είναι ο Αττίλας, ούτε ο Μογγόλος Τζένκινς Χαν, ο τρόμος της Ασίας!
Δεν είναι Τούρκοι αλλόθρησκοι, που τον Σταυρό μισούνε, μα…χριστιανοί ορθόδοξοι, όπου σε προσκυνούνε!
Κι αυτοί εικόνες προσκυνούν, κάνουνε το σταυρό τους, μα, αμφιβάλω, Άσπιλε, αν έχουν το θεό τους!
Συχνά πυκνά επισκέπτονται, το Άγιον το Όρος, εκεί που είναι θρησκευτικά, ο ομφάλιός τους λώρος!
Όπως οι Ουκρανοί κι εμείς, ανάβουνε λαμπάδες και Πάσχα θα γιορτάσουνε, σε λίγες εβδομάδες!
Μα, Παναγιά μου, απορώ, χάσανε τα μυαλά τους, που κάνουν τέτοιον χαλασμό, για τα συμφέροντά τους;
Ω, Θεοτόκε Δέσποινα, δεν είναι πανδημία, ούτε πλημμύρα, ούτε σεισμός, μα ανθρώπινη μανία!
Μια αρρώστια που έχει ο άνθρωπος, από γεννησιμιού του κι όταν λυσσά όλα τα ξεχνά, τ’ όνομα του Θεού του!
Μια λύσσα είναι και αυτή, που έχουνε οι Ρώσοι και την ωραία πόλη Σου, ποιος θα τηνε γλιτώσει;
Και τους γερόντους, τα παιδιά, ποιος θα παρηγορήσει, γυναίκες με τους άντρες τους, που έχουνε χωρίσει;
Ποιον πρέπει να ρωτήσουνε, ποιον μάγο, ποιον προφήτη, αν σμίξει η οικογένεια, αν ξαναδούν το σπίτι;
Συ Άσπιλε κι Αμόλυντε, είσαι μόνη ελπίδα, σταμάτησέ τον τον εχθρό, που…του ’στριψε η βίδα!