γράφει ο 

Βασίλης Μυλωνάς

 

«Γνώθι σαυτόν!», πολύ σωστή, παιδιά, αρχαία ρήση,

μα φαίνεται στις μέρες μας, κάποιοι δεν κάνουν χρήση.

 

Τώρα επί κορονοϊού, πολλοί γίναν ξεφτέρια

και μάθαν ως και να μετρούν, του ουρανού τ’ αστέρια.

 

Μπορεί να δεις έναν παπά ή και έναν χασάπη,

να αναλύει εμβόλια, να διυλίζει χάπι.

 

Αλλά και ένανε ψαρά και έναν δικηγόρο,

να σκούζουνε σαν παλαβοί, μόν’ για να κάνουν ντόρο.

 

Σαν άκουσαν για κύτταρα και λέξη πρωτεΐνη,

φωτίστηκαν και πάν’ ευθύς, στην πόλη Κατερίνη.

 

Κι αμέσως συλλαμβάνουνε, εκεί, γυμνασιάρχη

κι άλλος κάνει τον λοχαγό κι άλλος τον ταγματάρχη.

 

-Το άρθρο εκατόν είκοσι, μωρέ παραβιάζεις,

που τεστ και μάσκες στα παιδιά, παράνομα τα βάζεις!

 

Κι άλλοι…φωστήρες έκαψαν, βιβλία στη Χαλκίδα,

γιατί κατά τη γνώμη τους, χάνεται η πατρίδα.

 

Και, δυστυχώς, οι θάνατοι, ουαί, είκοσι χιλιάδες

κι ανάμεσά τους «έγκριτοι», μέχρι και δεσποτάδες.

 

Εάν ένα ελιόδενδρο, κάνουμε κάθε θύμα,

όλα μαζί θα γίνονταν, χίλιων στρεμμάτων κτήμα.

 

Εκατόν σαράντα μιά σειρές, επί εκατόν σαράντα μία,

θα ’ταν ο ελαιώνας μας, τώρα στην πανδημία.

 

Μα κάποιοι επιμένουνε, τον κώλο τους χτυπάνε,

δεν κάνουν το εμβόλιο και το διαλαλάνε.

 

  Ότι όλα τα ξέρουνε, βάλανε στο μυαλό τους

και φοβερίζουν κι αφελείς, παίρνουνε στο λαιμό τους.

 

Δεν τον πιστεύουν τον ιό, ούτ’ Όμικρον και Δέλτα

και…την ελευθερία τους, θέλουν στα σούρτα φέρτα.

 

Αυτοί είναι, φίλοι, δυστυχώς, για κλάματα και γέλια,

που εντελώς ξεκάρφωτα, μπαίνουν σε ξένα αμπέλια.

 

Ψαράς δε θέλει συμβουλή, πώς πρέπει να ψαρέψει

και ο βοσκός ξέρει ακριβώς, πότε πρέπει ν’ αρμέξει.

 

Ο αρχιτέκτων κτήριο, χτίζει…μες στο Ντουπμάι,

τόσο ψηλό που σύννεφα και ουρανό τρυπάει.

 

Φτιάχνουνε οι μηχανικοί, αεροπλάνα, πλοία

και κρίνει μόνο ο δικαστής, έναν εγκληματία.

 

Ο δάσκαλος είναι σοφός, που μεταδίδει γνώση

κι ο χύτης είναι έμπειρος, τα μέταλλα να λιώσει.

 

Αυτό θα πει, στο είδος του, πως είναι ο καθένας

και παντογνώστης άνθρωπος, δεν έζησε κανένας.

 

Μα να, με τον κορονοϊό, που τέτοιοι ξεφυτρώνουν,

είναι ξερόλες τρομεροί και δεν το μετανιώνουν.

 

Δεν άκουσαν «Γνώθι σαυτόν», πως όλα δεν τα ξέρουν

κι απ’ άγνοια κι εγωισμό, οι ίδιοι υποφέρουν.

 

Και γίναν επικίνδυνοι, μ’ αυτές τις «εξορμήσεις»,

που χειροπέδες και γροθιές, είν’ οι δικές τους λύσεις.

 

Προχθές το είπε ορθά κοφτά, ο Θεοδωρικάκος,

πως δε θα μείνει άπραγο, μπροστά σ’ αυτούς το κράτος.

 

Εμπρός, λοιπόν, μες στην ψειρού, τους γκαζοτενεκέδες,

που με το έτσι θέλω ’γω, περνάνε χειροπέδες.

 

Ας το ακούσουν αρνητές, μπας και το μετανιώσουν,

να κάνουν το εμβόλιο και κάποιοι να γλιτώσουν.

 

Κι ας μάθουν πως ΑΡΜΟΔΙΟΙ, σ’ όλες τις πανδημίες,

είναι ΜΟΝΑΧΑ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ, τ’ άλλα…αερολογίες.

 

Καλά Χριστούγεννα!