‘’Όταν ο μπαμπάς σου γίνεται «αριθμός» στο νοσοκομείο’’ είναι ο τίτλος του τελευταίου κειμένου της Καβαλιώτισσας συγγραφέα και αρθογράφου Μανίνας Ζουμπουλάκη στην Athens Voice. 

 

Με αφορμή μια μικρή περιπέτεια που είχε ο πατέρας της στο νοσοκομείο, γράφει για το πως, κυρίως εν μέσω πανδημίας, οι άνθρωποι μετατρέπονται… σε αριθμούς στο σύστημα υγείας. Όχι αριθμοί μητρώου ή ασθενούς, αλλά αριθμοί με βάση την ηλικία τους που πολλές φορές θα κρίνει και το αν θα νοσηλευθούν ή όχι. Με αφορμή αυτά, γράφει και μερικά λόγια για τον υπερήλικα πατέρα της μεταξύ των οποίων και την προσφορά του στην Καβάλα, με την ανέγερση του Ζουμπουλάκειου Γυμνασίου στην οδό Καραϊσκάκη και τη δωρεά για το δημοτικό της Δεξαμενής.  

 

Γράφει συγκεκριμένα:

 

Διαβάζουμε για τα θύματα του κορωνοϊού & τις ηλικίες σε αριθμούς. Αλλά όταν είμαστε εμείς στο νούμερο ή κάποιος δικός μας, καταλαβαίνουμε τη σκληρότητα της ζωής

 

Μια μέρα ο μπαμπάς μας έπεσε, χτύπησε, καλέσαμε ΕΚΑΒ, και με τη βοήθεια του καταπληκτικού τραυματιοφορέα Ηλία, τον πήγαμε στον Ερυθρό Σταυρό. Του έκαναν εκατό εξετάσεις, από το μεσημέρι ως τις 2 μετά τα μεσάνυχτα, κι ύστερα από αξονικές, υπέρηχους, ακτινογραφίες, αιματολογικές κ.λπ., κατέληξαν ότι δεν είχε κάταγμα ούτε εσωτερική αιμορραγία. 

 

Είχε «μώλωπες και κακώσεις», πονούσε και είχε ταλαιπωρηθεί φριχτά από διάδρομο σε διάδρομο κι από εξεταστήριο σε εξεταστήριο – εκτός που είχε ταλαιπωρήσει λίγο λιγότερο φριχτά τους εξεταστές, ακτινολόγους, γιατρούς, ειδικευόμενους και εφημερεύοντες κάθε είδους στον Ερυθρό. 

 

Όποιος έχει περάσει από νοσοκομεία, τα ξέρει τα χαΐρια – για κάθε εξέταση θέλεις σφραγίδα, πρωτόκολλο, υποσημείωση, Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί και Δευτερονόμιον, και δεν φταίνε τα νοσοκομεία ούτε οι εργαζόμενοι, φταίει το Σύστημα όπως πάντα, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

 

Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα λοιπόν ανακοίνωσαν στην αδερφή μου και τον άντρα της, που είχαν μείνει ως συνοδοί, ότι μια και δεν υπήρχε κάταγμα ή άλλο σοβαρό νόσημα, ο μπαμπάς μας έπρεπε να τους αδειάζει τη γωνιά, παρότι κλινήρης και ταλαιπωρημένος, και Χούλιγκαν, όπως τον αποκαλούσαν όχι άδικα οι νοσηλεύτριες. 

 

«Δυστυχώς δεν έχουμε δωμάτια για τέτοιες περιπτώσεις», είπαν ευγενικά, «είναι πολύ μεγάλος για να τον κρατήσουμε έστω κι ένα βράδυ, έχουμε τις κλίνες για νεότερους ασθενείς, λόγω κωρονοιού, καταλαβαίνετε...»

 

Καταλαβαίνουμε βέβαια: καμιά δεκαριά τραυματίες και ασθενείς, νεότεροι ακόμα και από εμάς, είχαν διακινηθεί με ταχύτητα πολύ πριν από τον παππού που βογγούσε σε ένα φορείο, νηστικός και πονεμένος, πότε στον ένα διάδρομο, πότε στον άλλον. 

 

Αυτό είναι το σωστό, ο 20χρονος έχει περισσότερη ζωή από έναν παππού οποιασδήποτε ηλικίας, ο 30χρονος είναι λογικό να προηγηθεί, όπως και ο 40χρονος… κι εκεί σταματάει το όριο, μια κι από 55 και πάνω είσαι στην κατηγορία «φύρα». 

 

Δεν πάει να είσαι ο Στίβεν Χόκινγκ, ο Αινστάιν, η Αρβελέρ και η Παναγία μαζί; Αν έχεις κλείσει τα 60, χλωμό το βλέπουμε το κρεβάτι, κι εσύ που τα έχεις κλείσει, ακόμα χλωμότερο. Κάποιος μου είχε πει ότι στη Σοβιετική Ένωση οι πολίτες άνω των 70 ετών δεν δικαιούνται δωρεάν νοσηλείας –δεν ξέρω αν είναι αλήθεια, ελπίζω όχι–, στην Αμερική δεν τη δικαιούται κανένας, οπότε μην το εκλάβετε ως αντι-αριστερό σχόλιο, δεν είναι, στην Αμερική σε αφήνουν στο δρόμο με τη ρόμπα, αν δεν έχεις ασφάλεια ή πολλά λεφτά να πληρώσεις για κρεβάτι.

 

Ποιο είναι το πόιντ; Ίσως κανένα, ίσως μοιράζομαι την εμπειρία του νοσοκομείου-με-υπερήλικα-αγαπημένου, για όσους τυχόν την έχουν περάσει. Φυσικά μπορείς να τον πας σε ιδιωτικό νοσοκομείο τον άνθρωπό σου, θα τον βάλουν σε κλίνη, θα τον διασωληνώσουν μάνι-μάνι και θα τον κρατήσουν όσο μπορούν περισσότερο, κάνοντας από μια εξέταση μέρα παρά μέρα, για να τρέχει ο μπερντές – κι αυτό το έχουμε ζήσει, εκτός που είμαστε υπέρ της Δημόσιας Υγείας.

 

Τέλος πάντων, κατά τις 4 το πρωί ο μπαμπάς μας γύρισε σπίτι, ταρακουνημένος, ταλαίπωρος αλλά ολόκληρος. Η σκληρότητα της φράσης «πολύ μεγάλος για να τον κρατήσουμε έστω κι ένα βράδυ στο νοσοκομείο», το σοκ τού να ακούς ότι ένας άνθρωπος που αγαπάς είναι σκέτος αριθμός και μάλιστα μεγάλος, έχει μείνει μαζί μας, αυτό το σοκ. 

 

Κι εμείς δεν είμαστε τσικενάκια, η αλήθεια είναι, έχουμε πουρέψει οικογενειακώς, κι όταν κοιταζόμαστε ξέρουμε ότι δεν θα έχουμε ούτε εμείς κρεβάτι μιας και χτυπήσαμε τα 50 προ καιρού, ορισμένοι και τα 60...

 

Ο μπαμπάς μας είναι σούπερ άτομο, έχτισε ένα γυμνάσιο δωρεά στην Καβάλα (Ζουμπουλάκειο, από αυτό αποφοίτησε η Δέσποινα Βανδή) και μισό δημοτικό (13ο Δημοτικό Σχολείο), ξέρει τα πάντα για τα ψάρια και τα θαλασσινά, θυμάται ολόκληρες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης όπως και της Καβάλας, βρίζει στα τούρκικα και απαγγέλει την Οδύσσεια στα Αρχαία Ελληνικά από την αρχή ως το τέλος, μεταξύ άλλων. 

 

Ο αριθμός του είναι μεγάλος –έκλεισε τα 95 το καλοκαίρι– αλλά είναι κρίμα να φτάνει σε ένα σημείο απλού αριθμού ο οποιοσδήποτε σούπερ μπαμπάς, ή μαμά, ή γιαγιά, ή παππούς.

 

Και πάλι, δεν έχω να προτείνω λύση – αυτή είναι η κατάρα του ημι-δημοσιογράφου/βασικά-συγγραφέα, δεν έχει λύσεις, μόνο συναισθήματα που μερικές φορές μπορεί να ακουμπήσουν πάνω σε άλλους ανθρώπους που αναγνωρίζουν τα ίδια συναισθήματα. Ή όχι.