γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

 

Σ’ αυτούς τους πονηρούς καιρούς, πείτε μου τι να γράψω,

ποιον τσαρλατάνο απ’ τα μαλλιά, θα λέγατε ν’ αρπάξω;

 

Τον Πούτιν, που τον ΠΟΛΕΜΟ, ακόμη συνεχίζει,

που ΕΙΡΗΝΗ τού προσφέρουνε κι εκείνος βομβαρδίζει;

 

Που νόμιζε περίπατο, θα ’κανε με κανόνια,

αλλά δεν τα κατάφερε, στα τέσσερα τα χρόνια.

 

Που στέλνει συνεχώς παιδιά, να σκοτωθούν στη μάχη

και πύραυλους στο Κίεβο, να σφάξουν όποιον λάχει.

 

Ένα εκατομμύριο στρατιώτες έχει χάσει,

όμως δε λέει η λύσσα του, για να καταλαγιάσει.

 

Σε δύο μέρες ένα δις, δολάρια ξοδιάζει

και ο λαός του ας πεινά, μα κάτω δεν το βάζει.

 

Κάνει και τον χριστιανό κι όλο σταυροκοπιέται,

μα με τον Χίτλερ στα μυαλά, ευθέως συναντιέται.

 

Σ’ αυτούς τους πονηρούς καιρούς, τους τόσο ταραγμένους

κι άλλους νταήδες έχουμε και εξαγριωμένους.

 

Έναν με το ρεπούμπλικο, με πείσμα και μανία,

που…προσαρτίζει Καναδά και παίρνει Γροιλανδία.

 

Το χρήμα και το αξίωμα, τον έχουνε μεθύσει

και κατά το κεφάλι του, δίνει πάντα μια λύση.

 

Τον Πούτιν τονε συμπαθεί, τους Ευρωπαίους χλευάζει,

ε, τους Κινέζους στους δασμούς, ανεβοκατεβάζει.

 

Τον Νετανιάχου τον τιμά, σαν το χρυσό στολίδι,

τους Ιρανούς τους αγαπά, στον κόρφο του σαν φίδι.

 

Τώρα τους περικύκλωσε, με τ’ αεροπλανοφόρα,

που ’χουν πυραύλους έξυπνους και άλλα τέτοια «δώρα».

 

Και στων μουλάδων τα αυτιά, τη σάλπιγγα σαλπίζει,

ή τώρα υπογράφετε ή πόλεμος αρχίζει.

 

Το Νόμπελ τότε που αυτός, τόσο ονειρευόταν,

πολέμους που θα τέλειωνε, σε μια μέρα καυχιόταν.

 

Τον Πούτιν τονε νόμιζε, πως ήταν πεταλούδα,

δεν ήξερε πως ήτανε σιβηρική αρκούδα.

 

Τώρα αμολάει τα βέλη του, δεξιά κι αριστερά του

και τον Μαδούρο άρπαξε, μαζί με την κυρά του.

 

Και τους μουλάδες έχουμε, νταήδες με Κοράνι,

που κάνουν «κατορθώματα», ο νους που δεν τα βάνει.

 

Όπου τους διαδηλωτές, σαν στάχυα τούς θερίζουν

και οι πλατείες του Ιράν, με αίμα πλημμυρίζουν.

 

Σ’ αυτούς τους πονηρούς καιρούς, και λίγο στα δικά μας,

να δούμε κάποια πονηρά και ύπουλα παιδιά μας.

 

Και πρώτον και καλύτερο, τον μάγκα αεροπόρο,

που έγινε κατάσκοπος, για χρήμα…δίχως φόρο.

 

Που στους Κινέζους πρόδιδε και ΝΑΤΟ και πατρίδα,

τώρα…θα τονε τρίψουνε, γυμνό με μια τσουκνίδα.

 

Γιατί όλοι για τη χώρα μας, γινόμαστε θυσία,

μα κάποιοι «ξύπνοι» προχωρούν, σε εσχάτη προδοσία.

 

Και ξαφνικά πετάχτηκε, παιδιά, κι άλλο φασούλι

και λένε πως της ΓΣΕΕ, της πίνουν το μεδούλι.

 

Λένε για φίρμες και γνωστούς κι εκατομμυριάκια,

 κλείσανε και λογαριασμούς και ψάχνουνε σπιτάκια.

 

Τρέξετε αστυνομικοί και Εισαγγελίες πάλι

και ο καινούργιος χαβαλές, να δούμε πού θα βγάλει.

 

Σ’ αυτούς τους πονηρούς καιρούς, παίρνουμε και μια ανάσα,

ο κόσμος μας ο όμορφος, έχει και άλλη πιάτσα.

 

Στην Ιταλία γίνονται Ολυμπιακοί Αγώνες,

πολιτισμένα κι όμορφα, μ’ ανθρώπινους κανόνες.

 

Είδαμε τη σημαία μας, πρώτη να κυματίζει,

υπερηφάνεια και χαρά, σ’ όλους μας να χαρίζει.

 

Κι άλλες σημαίες στη σειρά, δεκάδες να περνάνε,

νέοι και νέες να γλεντούν κι όχι να πολεμάνε.