Ένα σαφές μήνυμα για την καταγωγή, την πολιτιστική κληρονομιά και τον άρρηκτο δεσμό με την περιοχή της Θράκης εκπέμπει ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πομάκων νομού Ξάνθης, μέσα από μια εκτενή ανακοίνωση για την ταυτότητα της κοινότητας.

 

Σε τοποθέτηση που δόθηκε στη δημοσιότητα τη Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πομάκων νομού Ξάνθης εστιάζει στη μακραίωνη παρουσία της κοινότητας στα βουνά της Ροδόπης, απορρίπτοντας αναφορές και θεωρίες περί έλευσης από άλλους τόπους. Ο σύλλογος υπογραμμίζει τον γηγενή χαρακτήρα του πληθυσμού, κάνοντας ειδική αναφορά στην πομακική γλώσσα, η οποία, όπως ισχυρίζονται τα μέλη του, διασώζει μνήμες, έθιμα και ιστορίες αιώνων.

 

Στο ίδιο κείμενο, ο φορέας κάνει ξεχωριστή μνεία στην πλούσια λαϊκή παράδοση της περιοχής. Μάλιστα, γίνεται επίκληση της λαϊκής πεποίθησης περί καταγωγής από τον Μέγα Αλέξανδρο, στοιχείο που ο σύλλογος χαρακτηρίζει ως αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής μνήμης και ταυτότητας των Πομάκων.

 

Παράλληλα, μέσα από την ανακοίνωση περιγράφεται η καθημερινότητα των Πομάκων, η οποία παρουσιάζεται απόλυτα συνυφασμένη με το φυσικό περιβάλλον της Ξάνθης και ευρύτερα της Θράκης. Με αναφορές στον παραδοσιακό ήχο της γκάιντας, του καβαλιού και του νταουλιού, ο σύλλογος σκιαγραφεί έναν τρόπο ζωής που βασίζεται στη σταθερότητα και τον σεβασμό προς το παρελθόν.

 

Καταλήγοντας, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Πομάκων νομού Ξάνθης υπεραμύνεται της ανάγκης να διατηρηθεί ζωντανή η πολιτιστική κληρονομιά του τόπου, από τα πέτρινα γεφύρια μέχρι τα κεντήματα και τις φορεσιές, ξεκαθαρίζοντας πως η ευρύτερη οροσειρά αποτελεί το πραγματικό σπίτι της κοινότητας.

 

Αναλυτικά, η σχετική ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:

«Πολλοί αναρωτιούνται συχνά ποιοι είναι οι Πομάκοι. Οι Πομάκοι αποτελούμε μία από τις τρεις συνιστώσες της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Είμαστε γηγενής πληθυσμός, όπως έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας «δεν έχουμε έρθει από κάπου». 

 

Είμαστε άνθρωποι αυτού του τόπου, δεμένοι με τη γη, τα βουνά, τα νερά και τις μνήμες που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά. Γλώσσα μας είναι τα πομάκικα, μια γλώσσα που κρύβει μέσα της ιστορίες, τραγούδια, έθιμα και μνήμες αιώνων. Μέσα στις λέξεις της ζουν οι άνθρωποί μας, οι παλιοί μας τόποι και ένας ολόκληρος κόσμος που συνεχίζει να αναπνέει μέσα από εμάς.

 

 Επιρροές και στοιχεία από αρχαιότατους χρόνους μαρτυρούν τη μακραίωνη παρουσία μας στον τόπο. Η λαϊκή μας παράδοση μάς θέλει απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μια παράδοση που πέρασε από στόμα σε στόμα και έφτασε μέχρι τις μέρες μας, όχι μόνο ως μια ιστορία του παρελθόντος, αλλά ως ένα κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης και της ταυτότητάς μας. 

 

Η σύνδεσή μας με τα βουνά της Ροδόπης είναι άρρηκτη. Εκεί όπου τα σύννεφα χαμηλώνουν και αγγίζουν τις κορυφές, εκεί όπου το πράσινο απλώνεται μέχρι εκεί που φτάνει το βλέμμα, εκεί νιώθουμε πως ανήκουμε. Θέλουμε να βλέπουμε ουρανό και να ακούμε τον ήχο της γκάιντας να αντηχεί στις πλαγιές, το καβάλι και τη φλογέρα να μας νανουρίζουν και τις ιστορίες των παλιών να μας κάνουν να ονειρευόμαστε. Κι ύστερα έρχεται το νταούλι. 

 

Ο βαθύς, σταθερός ήχος του που χτυπά σαν καρδιά και μας θυμίζει πως στη ζωή πρέπει να περπατάμε αργά και σταθερά. Βήμα το βήμα, όπως περπατούσαν οι παππούδες μας στα μονοπάτια των βουνών, χωρίς βιασύνη, μα με δύναμη και προορισμό. 

 

Γιατί κάθε χτύπος του νταουλιού κουβαλά κάτι από εμάς μια γιορτή, έναν γάμο, ένα πανηγύρι, μια στιγμή που οι άνθρωποι ενώνονταν και η μουσική γινόταν η γλώσσα όλων. Πέτρινα γεφύρια χτίζαμε σταθερά, για να ενώνουν τις όχθες, τα χωριά και τους ανθρώπους. 

 

Στέκουν ακόμη εκεί, πάνω από τα νερά, σαν μικρές αποδείξεις πως περάσαμε από αυτόν τον τόπο και αφήσαμε το αποτύπωμά μας. Πέτρα πάνω στην πέτρα, όπως χτίστηκε και η δική μας ιστορία. Και μέσα σε όλα αυτά, τα λουλούδια, τα κεντήματα, οι φορεσιές, τα τραγούδια και οι παλιές ιστορίες κρατούν ζωντανή μια παράδοση που δεν θέλουμε να χαθεί. Γιατί Πομάκος δεν είναι μόνο μια λέξη είναι μνήμη, είναι γλώσσα, είναι μουσική, είναι βουνό και χώμα. 

 

Είναι η μυρωδιά του ξύλου στο τζάκι, η μυρωδιά απ’ τα καπνά που ξηραίνει ο ήλια, το μονοπάτι που οδηγεί στο χωριό, ο ήχος μιας γκάιντας από μακριά και ο ρυθμός ενός νταουλιού που μας λέει να συνεχίσουμε. 

 

Να περπατάμε αργά, αλλά σταθερά. Να κοιτάμε ψηλά, να θυμόμαστε από πού ερχόμαστε και να κρατάμε ζωντανό αυτό που μας άφησαν εκείνοι που περπάτησαν πριν από εμάς. Γιατί τα βουνά της Ροδόπης δεν είναι απλώς ο τόπος όπου ζούμε. Είναι το σπίτι μας…»