

Το βλέμμα των δύο ορφανών παιδιών την ώρα που τους παρέδιδε την ελληνική σημαία στην κηδεία της μητέρας τους λυγίζει τη Μαρία Ζαχοπούλου, η οποία σπάει τη σιωπή της και προχωρά σε μια συγκλονιστική εξομολόγηση.
Η επόμενη ημέρα της ανείπωτης τραγωδίας στη Δράμα, όπου ένας αστυνομικός δολοφόνησε τη σύζυγό του και στη συνέχεια αυτοκτόνησε, αφήνει πίσω της έναν αβάσταχτο πόνο και δύο παιδιά που καλούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους με μια μόνιμη σκιά.
Η πρόεδρος των Αστυνομικών Υπαλλήλων του νομού Δράμας και υποδιοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Νευροκοπίου, Μαρία Ζαχοπούλου, επέλεξε να μιλήσει ανοιχτά, στρέφοντας τα βέλη της στον τρόπο με τον οποίο ο δημόσιο λόγος διαχειρίζεται το συμβάν.
Μέσα από μια προσωπική της ανάρτηση, η Μαρία Ζαχοπούλου περιγράφει τις εφιαλτικές στιγμές των εξόδιων ακολουθιών, το θρήνο των γονιών και τη δική της συναισθηματική φόρτιση κατά την ταφή της Αντιγόνης. Παράλληλα, εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά της για τις ατελείωτες τηλεοπτικές αναλύσεις και τις ανακρίβειες που αναπαράγονται, τονίζοντας ότι η ανάγκη για διαρκή σχολιασμό έχει ξεπεράσει κάθε μέτρο και ουσία, με κίνδυνο να χαθεί η ανθρωπιά απέναντι στους ζωντανούς που μένουν πίσω.
Η ανακοίνωση της κ. Ζαχοπούλου είναι η εξής:
«Τις τελευταίες ημέρες επέλεξα να μη μιλήσω δημόσια, παρά τα πολλά τηλεφωνήματα και τις πιέσεις που δέχθηκα. Όχι γιατί δεν είχα κάτι να πω.
Αλλά γιατί γνώριζα τους συναδέλφους μου. Και γιατί όσο περνούσαν οι ωρες ,τόσο περισσότερο ένιωθα ότι πίσω από όσα ακούγονται και γράφονται , «χάνονται» οι άνθρωποι.
Χθες τελέστηκαν οι εξόδιες ακολουθίες.
Χθες είδα τον πιο αβάσταχτο πόνο από κοντά.
Είδα γονείς να θρηνούν τα παιδιά τους. Αδέρφια να προσπαθούν να σταθούν όρθια. Συναδέλφους μου να προσπαθούν να διαχειριστούν ότι εχει συμβεί.
Κατα την ταφή της Αντιγόνης, μου ζητήθηκε να παραδώσω την ελληνική σημαία στα δύο παιδιά της.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βλέμματα αυτών των παιδιών. Γι’ αυτό και δυσκολεύομαι να συμβιβαστώ με όσα παρακολουθώ όλες αυτές τις ημέρες.
Με τις ατελείωτες αναλύσεις. Με τις ανακρίβειες ,τις λεπτομέρειες που αναπαράγονται ξανά και ξανά.
Δεν έχω όλες τις απαντήσεις.Ξέρω όμως ότι πολλές φορές ένιωσα πως η ανάγκη να υπάρχει διαρκώς κάτι προς σχολιασμό ξεπέρασε την ανάγκη για ακρίβεια, μέτρο και ουσία.
Δεν αναφέρομαι στην καταδίκη μιας πράξης. Αυτή είναι αυτονόητη.
Αναφέρομαι στην ανθρωπιά που φαίνεται να χάνεται όλο και περισσότερο από τον δημόσιο λόγο.
Γιατί πίσω από αυτή την τραγωδία υπάρχουν άνθρωποι που θα συνεχίσουν να ζουν με τις συνέπειές της όταν όλοι οι υπόλοιποι θα έχουμε προχωρήσει παρακάτω.
Υπάρχουν δύο παιδιά που έχασαν τους γονείς τους και η ζωή τους άλλαξε για πάντα.
Που ζουν ανάμεσά μας και θα συνεχίσουν να ζουν σε μια κοινωνία που γνωρίζει την ιστορία τους.
Ίσως λοιπόν αξίζει να αναρωτηθούμε τι αφήνουμε πίσω μας με όσα λέμε και όσα γράφουμε.
Γιατί ο σεβασμός δεν είναι υποχρέωση μόνο απέναντι σε αυτούς που έφυγαν.
Είναι κυρίως υποχρέωση απέναντι στους ζωντανούς που καλούνται να συνεχίσουν.»