γράφει ο

Κυριάκος Λυκουρίνος

 

Στα μέσα του 1924 δύο ήταν τα χαρμόσυνα νέα για τους 60.000 πρόσφυγες της Καβάλας. Το πρώτο ήταν η αναχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της πόλης, περίπου 9.500 ανθρώπων.

 

Το δεύτερο ήταν η έναρξη των εργασιών για τη δημιουργία ενός μεγάλου αστικού προσφυγικού συνοικισμού “έξωθι της Καβάλλας εν τη συνοικία Χαμηδιέ – Καρά Ορμάν”. 

 

Όμως η ανέγερση των Πεντακοσίων προχωρούσε με πολύ αργούς ρυθμούς και κάθε τόσο σημειώνονταν διακοπές. Τη μια γιατί δεν έφτανε το νερό, την άλλη επειδή οι μειοδοτικοί διαγωνισμοί κατέληγαν άκαρποι, στη συνέχεια γιατί η ξυλεία αποδείχτηκε ακατάλληλη, στο τέλος γιατί αποσύρθηκε ο εργολάβος…

 

Το καλοκαίρι του 1925, ένα χρόνο και κάτι μήνες από την έναρξη των εργασιών, τα σπίτια ήταν ακόμη ημιτελή, ενώ χιλιάδες πρόσφυγες βασανίζονταν σε τρώγλες και αυτοσχέδια παραπήγματα, σε τζαμιά και σε ανήλιες και υγρές καπναποθήκες, “εις ανθυγιεινά και ψυχοφθόρα ενδιαιτήματα, καταντήσαντες σκιαί ανθρώπων”, όπως έγραφε ο Τύπος της εποχής. 

 

Λίγες μέρες μετά το Δεκαπενταύγουστο του 1925, στις 9 το βράδυ της 24ης Αυγούστου, μια ομάδα από 60-65 γυναίκες ξεκίνησαν μόνες τους από τις καπναποθήκες του κέντρου και πήραν αργά το δρόμο για τα Πεντακόσια. Εκεί περίμεναν ήδη ο νομάρχης, ο διοικητής της Χωροφυλακής και μέλη διαφόρων επιτροπών, για να τις συνετίσουν και να τις επαναφέρουν στην τάξη. Καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, οι γυναίκες σκορπίστηκαν στα δρομάκια του συνοικισμού και έκαναν κατάληψη στα σπίτια.

 

Τα νέα έφτασαν κάτω στην πόλη, δεν υπήρχαν λοιπόν περιθώρια για αβρότητες και για καθυστερήσεις. Η δύναμη της Χωροφυλακής διατάχθηκε να εκκενώσει με τη βία τα σπίτια, σέρνοντας έξω τις γυναίκες. Σημειώθηκαν αρκετοί μικροτραυματισμοί και μία γυναίκα χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο.

 

* Η δυναμική ενέργεια των γυναικών δεν πρέπει να ξεχάστηκε.

Νομίζω ότι κάτι από αυτήν βλέπω στο βιβλίο της μακαρίτισσας Βασιλική Ντόλου, “Η Καλή της Χώρας”, Καβάλα 2006, σ. 42-43. –

 

Φωτογραφίες από τα Πεντακόσια της δεκαετίας του 1920, από τα οικογενειακά αρχεία της κ. Αθηνάς Καραθάνου (αριστ.) και του κ. Δημήτρη Εμμανουηλίδη (δεξ.).