

Ελάχιστα καρνάγια εξακολουθούν να λειτουργούν. Τα περισσότερα έχουν κλείσει και αυτά που έχουν παραμείνει ανοιχτά είναι πιο ήσυχα από ό,τι κάποιος θα φανταζόταν.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και το παραδοσιακό καρνάγιο της Καβάλας. Η Μαρίνα Καρπόζηλου συνάντησε στο καρνάγιο της Καβάλας τον 30χρονο Τζανή Καραμπά ο οποίος είναι ο μοναδικός στην πόλη που συνεχίζει την τέχνη του καραβομαραγκού.
Ακολουθεί το κείμενο που έγραψε και δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή»
Εκεί, ανάμεσα σε φρεσκοβαμμένα σκαριά και εργαλεία με χρόνια χρήσης πάνω τους, συναντά κανείς τον Τζανή Καραμπά. Στα 30 του χρόνια, είναι ο μοναδικός στην πόλη που συνεχίζει την τέχνη του καραβομαραγκού. Ξεκίνησε παιδί, από τα καλοκαίρια που ακολουθούσε τον πατέρα του, τον Παναγιώτη, στο καρνάγιο και μαθήτευε δίπλα στους «παλιούς». Από τα 16 του, πιο συστηματικά.
«Ήξερα από τότε ότι δεν ήθελα να σπουδάσω. Ήθελα να δουλέψω εδώ, όπως ο πατέρας μου και ο παππούς μου».
Πήγε φαντάρος και μόλις γύρισε, ξεκίνησε αμέσως τη δουλειά.
«Πάω σε άλλα καρνάγια, βλέπω ότι ο νεότερος μάστορας είναι στην ηλικία του πατέρα μου»
Πλέον όλοι οι «παλιοί» έχουν αποσυρθεί. Έχει μείνει μόνο ο πατέρας του.
«Είναι 55 χρονών και στην πραγματικότητα μένει για μένα. Να μην είμαι μόνος μου. Είναι δύσκολη δουλειά, με πολύ κουβάλημα και αγγαρείες. Δεν πρόκειται για τέχνη που μαθαίνεται από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε κανείς μπορεί να στη μεταδώσει χωρίς να παιδευτείς, όπως παιδεύτηκα και εγώ. Για αυτό δεν έρχεται και κανείς να δουλέψει, ξέρουν τις δυσκολίες. Και ως αποτέλεσμα δεν μαθαίνει κανείς την τέχνη. Πάω σε άλλα καρνάγια, βλέπω ότι ο νεότερος μάστορας είναι στην ηλικία του πατέρα μου. Αν εγώ πω πως αύριο σταματάω, πάει το καρνάγιο, έκλεισε».
Ο Τζανής εξηγεί πως σε ένα παραδοσιακό καρνάγιο όλα γίνονται με το χέρι.
«Δεν χρησιμοποιούμε γερανούς και μηχανές, αλλά αποκλειστικά ξύλινα εργαλεία. Κάθε σκαρί είναι διαφορετικό. Δεν διορθώνονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Και η αλήθεια είναι πως δεν ξέρουν όλα τα καρνάγια πώς να τα επιδιορθώσουν. Στην Καβάλα φτιάχνονταν παλιά πολλά καΐκια και έτσι έχουμε την τεχνογνωσία».
Όταν ένα καΐκι του φεύγει για τη θάλασσα, πάει να το χαιρετήσει.
«Πάω να δω τη συμπεριφορά του, να δω αν “πονάει” κάπου».
Η μέρα πατέρα και γιου ξεκινά στις 7:00. Σταματούν νωρίς το μεσημέρι και ξαναπιάνουν δουλειά το απόγευμα. Οι ώρες κυλούν αθόρυβα, με τον παφλασμό της θάλασσας πίσω τους και τα εργαλεία στο χέρι.
«Κάθε δουλειά παίρνει χρόνο. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, αν το σκάφος μπει στη θάλασσα και βουλιάξει εμείς έχουμε την ευθύνη».
Εδώ και 15 χρόνια δεν έχουν κατασκευάσει καινούργιο σκάφος. Μόνο επισκευές. Ξύλινα κυρίως σκαριά που έρχονται για συντήρηση, καλαφάτισμα, βάψιμο. Οι ιδιοκτήτες, πάντα μεγάλης ηλικίας.
«Στη δική μου ηλικία δεν φέρνει κανείς καΐκι. Δεν τους ενδιαφέρουν να τα συντηρήσουν».
Θυμάται έντονα μια στιγμή των διακοπών του πριν από λίγα χρόνια στη Σκιάθο.
«Είδα έναν ηλικιωμένο μάστορα να έχει βγάλει ένα σκαφάκι στη στεριά και να προσπαθεί να το καλαφατίσει μόνος του. Του λέω “να δοκιμάσω;”. Με κοίταξε περίεργα. “Όχι παιδί μου, θα χτυπήσεις τα χέρια σου”, μου είπε. Επέμεινα και με άφησε. Όταν είδε την ταχύτητά μου, έπαθε σοκ. Δεν πίστευε ότι ήξερα την τέχνη του. Όταν του είπα πως είμαι καραβομαραγκός με παρακάλεσε “κάτσε μαζί μου να με ξεκουράσεις. Έστω και για τρεις μέρες”. Δεν έβρισκε κανέναν να τον βοηθήσει. Μου είπε χαρακτηριστικά: “Τι να κάνει ένας νέος στη μουντζούρα;”».
Κι ο Τζανής ομολογεί πως αυτή την ερώτηση την κάνει καμιά φορά και ο ίδιος στον εαυτό του.
«Όμως το αγαπάω. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά».