Ο Ανέστης Κόντης και ο Μιχάλης Κόντης ήταν για δεκαετίες οι «αγαπημένοι δίδυμοι» της Θεσσαλονίκης, κι ας μην ήταν Θεσσαλονικείς.

 

Τους γνώριζαν σχεδόν οι πάντες, ήταν κοινωνικοί και παρόντες στα πολιτιστικά και όχι μόνο δρώμενα, μιλούσαν με όλο τον κόσμο, συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή της συμπρωτεύουσας όσο λίγοι άλλοι.

 

Ο Ανέστης πέθανε τον Αύγουστο του 2024 όμως η οικογένειά του επέλεξε να μην διαδοθεί η είδηση ώστε να προστατέψει τον Μιχάλη, η υγεία του οποίου είναι κλονισμένη.

 

Ο θάνατος του Ανέστη έγινε γνωστός μόλις την Τετάρτη 9 Ιουλίου, γεγονός που βύθισε στο πένθος τη Θεσσαλονίκη και προκάλεσε ένα μεγάλο κύμα συλλυπητηρίων.

 

Όποιος ζει και κυκλοφορεί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, είχε δει τους διδύμους τουλάχιστον μία φορά. Έδιναν το παρών σε κάθε δημόσια εκδήλωση ή πορεία και διεκδίκηση, στα αντιρατσιστικά φεστιβάλ και στα pride, κυρίως όμως στο θέατρο το οποίο αγάπησαν φανατικά.

 

«Οι δίδυμοι της Θεσσαλονίκης ήταν κατά κάποιο τρόπο η παιδική ψυχή της πόλης, κι ας ήταν πια στα τρίτα τους -ήντα, κι ας μην ήταν τυπικά Σαλονικείς» έγραψε η δημοσιογράφος Σοφία Χριστοφορίδου, η οποία είχε πάρει συνέντευξη από τον Ανέστη και τον Μιχάλη το 2017 για την εφημερίδα "Μακεδονία".

 

Ο Ανέστης Κόντης και ο Μιχάλης Κόντης γεννήθηκαν στις 15 Μαρτίου 1952, στην Προσοτσάνη Δράμας.

 

Ο πατέρας τους Κώστας Κόντης ήταν ζαχαροπλάστης και το 1971 ήρθε με την σύζυγό του Ελένη και τους, ενήλικους πλέον διδύμους, στη Θεσσαλονίκη. Ο Κώστας Κόντης εργαζόταν στο ζαχαροπλαστείο Φίνο» στην Λεωφόρο Στρατού.

 

Σε αυτή τη γειτονιά έζησαν όλη τους τη ζωή οι δίδυμοι, σε ένα στενάκι απέναντι από το γαλλικό σχολείο. Τα παιδιά, λόγω της κατάστασής τους είχαν σταματήσει το σχολείο από την Δ' δημοτικού.

 

«Δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε καλά και για αυτό δεν μάθαμε γράμματα. Πήγαμε στην πρώτη τάξη, μας προβίβασαν, μετά μας άφησαν, μετά μας προβίβασαν πάλι και μετά σταματήσαμε. Μας άρεζε το σχολείο, τα άλλα παιδιά μας αγαπούσαν, μας είχαν σαν αδέρφια» είχαν πει σε συνέντευξη τους στην εφημερίδα «Μακεδονία».

 

Οι δίδυμοι ήταν από τους μεγαλύτερους θεατρόφιλους, πάντα ευπρόσδεκτοι στις παραστάσεις του ΚΘΒΕ, κι είχαν το δικό τους κομμάτι στην πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιτα που κόβει το θέατρο.

 

Οι παλαιότεροι πολιτιστικοί συντάκτες θυμούνται ένα περιστατικό από τη δεκαετία του ’80. Σε μια παράσταση στο Θέατρο Κήπου εμφανίστηκε η Μελίνα Μερκούρη, οι δίδυμοι την πλησίασαν, κι οι αστυνομικοί της συνοδείας της έσπευσαν για να τους απομακρύνουν. Τότε έκπληκτοι την άκουσαν να τους φωνάζει πίσω με τα ονόματά τους, Ανέστη και Μιχάλη, και να τους ρωτά τι κάνουν. «Καλά» της είπαν, «η Δέσπω που είναι;» εννοώντας την ηθοποιό Δέσπω Διαμαντίδου.

 

Φανατικοί των ειδήσεων, προσπαθούσαν να καταλάβουν τον κόσμο γύρω τους μέσα από την επικαιρότητα που έδειχνε η τηλεόραση.

 

 

Σε μια άλλη συνέντευξή τους, το 2014, στον Ευθύμιο Σαββάκη στη Lifo είχαν πει μεταξύ άλλων:

 

"Γεννηθήκαμε στη Δράμα, ο μπαμπάς μας ήταν ζαχαροπλάστης. Τα παιδικά μας χρόνια είχαν πολλά παγωτά. Χωνάκι στο χέρι και παιχνίδι. Και πάστες. Μπόλικες πάστες. Τις αγαπώ μέχρι και τώρα, όποτε μου το επιτρέπει η υγεία μου τρώω καμία με γεύση φράουλα".

 

Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο πατέρας μας ήρθαμε όλοι μαζί οικογενειακά στη Θεσσαλονίκη. Δύσκολα χρόνια αλλά και ωραία. Έπαιρνα πάντα τον Ανέστη και κάναμε βόλτες στην πόλη, όλοι μας χαιρετούσαν, μας κερνούσαν. Μόνο ωραία πράγματα έχω να θυμάμαι από τους ανθρώπους της πόλης".

 

"Στο σπίτι μοιράζουμε τους ρόλους. Άλλος πλένει τα πιάτα, άλλος συμμαζεύει, ακολουθούμε όλα όσα έκανε η μητέρας μας κατά γράμμα. Την χάσαμε πριν από έναν χρόνο. Δεν θυμάμαι λόγω ηλικίας πολλά πράγματα, αλλά την ημερομηνία του θανάτου της τη θυμάμαι. Μας στοίχισε πολύ. Δεν βγαίναμε από το σπίτι για ένα διάστημα. Ήταν καλή γυναίκα η κυρία Ελένη, όλοι είχαν να το λένε. Μέχρι και την τελευταία στιγμή φρόντιζε να μη μας λείψει τίποτα. Τον πατέρα μας τον χάσαμε λίγο πριν τις πρώτες Ευρωεκλογές στην Ελλάδα. Ίσως για αυτό να μη χώνεψα ποτέ την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση".

 

"Η τηλεόραση είναι συνέχεια ανοιχτή. Για παρέα περισσότερο. Παρακολουθούμε κάθε μέρα τις ειδήσεις. Ειδικά το μεσημέρι και το βράδυ προσπαθούμε να μην ξεχνιόμαστε".

 

"Εμείς κάνουμε πολλές βόλτες στην πόλη. Το συνηθίζαμε από παιδιά. Κατεβαίνουμε από το Γαλλικό Ινστιτούτο στην Όλγας κι από εκεί στην παραλία. Αυτή είναι η αγαπημένη μας βόλτα. Μας αρέσει ο ήλιος, να συναντάμε ανθρώπους και να μιλάμε. Με όλα αυτά που βλέπουμε στις ειδήσεις για την ασφάλεια και τις κλοπές ανησυχούμε για τις βόλτες μας αλλά δεν μπορούμε να τις σταματήσουμε. Στη γειτονιά μας αισθανόμαστε απόλυτα ασφαλείς. Συχνά οι γείτονες έρχονται και μας ρωτάνε αν έχουμε κλειδώσει, αν χρειαζόμαστε κάτι. Μας προσέχουν σαν μικρά παιδιά. Είναι γλυκό όλο αυτό".

 

"Εμείς δεν παντρευτήκαμε. Τυχερά είναι αυτά. Κι οι έρωτες και οι γάμοι. Εμείς είχαμε την αγάπη του κόσμου και της γειτονιάς. Ποτέ δεν μας έλειψε τίποτα".