γράφει ο

Γιώργος Ζαρζώνης

 

 

Με δυο διπλά espresso στη μία του τεράστια παλάμη ήρθε ο Θόδωρας, λεπτά πριν το ραντεβού μας έξω από το χωριό Μεσορόπη. Άντρας κοντά στα εξήντα, ψηλός, με βήμα σταθερό, όπως όλων των ορειβατών, που τον έφερε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου μου. «Από τη σκόνη του τετράτροχου και μόνο υπέθεσα ότι σωστά έρχομαι. Είσαι ο Γιώργος...»

 

Ήμουνα. Και η καλά πιασμένη σκόνη στα χαμηλά μέρη του τζιπ ξεκίνησε αργά την ανηφόρα. Οι δυο μας είχαμε σχεδιάσει από μέρες τη διαδρομή μέχρι την κορυφή του Παγγαίου, ανάλογη με όλες εκείνες της παιδικής μας γεωγραφίας. Πυκνό δάσος, ανοιχτωσιές, νερά και κόντρα νερά για πείσμα της εποχής, βράχια και κορυφογραμμές ήπιες για τα μάτια που από συνήθεια ψάχνουν το ακατόρθωτο. Οι τέσσερις τροχοί γίνανε τέσσερα πόδια την ώρα ακριβώς που το κάλεσμα του Παγγαίου έμοιαζε με ανάσα θεών στα πρόσωπά μας. Διασχίσαμε τον χρυσοφόρο τόπο· δύο κάθετες γραμμές οι σκιές μας τέμναν τα αιωνόβια δέντρα. Ελικοειδή περάσματα, πηγές που αναβλύζαν νερό διαμαντιένιο στο δυνατό φως, πανάρχαια μονοπάτια που έφερναν στη μύτη κύματα φρέσκου αέρα, μέντας, ρίγανης, ίσως και ξεραμένου τσαγιού, ξεφυλλίζοντας έτσι τις πολλές ορειβατικές μου μνήμες. Εικόνες μπερδεμένες ανάμεσα στο χειμώνα και την άνοιξη που επίσημα πήρε την τροχιά της με την εαρινή ισημερία στις 20 του Μάρτη.

 

 

Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε καταγεγραμμένες διαδρομές για να κατακτήσεις τα πιο ωραία σημεία του βουνού. Το μονοπάτι της Εικοσιφοίνισσας ήταν ότι πιο δυνατό είχα ακολουθήσει σε προηγούμενη επισκέψη αφού το βουνό μου έδωσε μια αίσθηση εναγκαλισμού καθώς διέσχιζα κατά μήκος τις πλαγιές του, μέχρι να με πετάξει από τα πυκνά δάση στις επιβλητικές του κορυφές. Ωστόσο κυρίαρχο λόγω νερών και αυτής της εποχής είναι αυτό το μονοπάτι της Μεσορόπης που λίγο μπασταρδέψαμε παρακάμπτοντάς το σε αρκετά σημεία. Πέντε ώρες η υπολογιζόμενη διαδρομή και την ακολουθήσαμε με ένα φωτεινό διάλογο. Πολλές τραβέρσες μέχρι τα υπολείμματα της βρύση «Καρτάλη», γλυκιά ανηφόρα με ανατολική κατεύθυνση μέχρι το επόμενο ύψος. Κάτω από τα πόδια μας κανείς δεν ξέρει τι κρύβει το βουνό που συνδέθηκε με μαύρες ιστορίες της μυθολογίας. Βίαιος θάνατος του Ορφέα εδώ, εδώ και ο τραγικός μύθος του θράκα βασιλέα Λυκούργου που εναντιώθηκε στη λατρεία του Διόνυσου και επιτέθηκε στις Βάκχες της ακολουθίας του. Ο Διόνυσος σε αντίποινα του τάραξε τα φρένα του εγκεφάλου και τον έβαλε να κατακρεουργήσει το ίδιο το παιδί του, νομίζοντας πως κλαδεύει ένα αμπέλι. Τη μαυρίλα του όλου συμπλήρωσαν οι Ηδωνοί, που για να επαναφέρουν τη γονιμότητα της γης τους τον έδεσαν εδώ, όπου άγρια άλογα τον κατασπάραξαν. Πάνω αιωρούνται μύθοι και κάτω από τα πόδια μας σπήλαια που γεννούσαν χρυσό και υπόγειες αίθουσες που τελευταία ανακαλύφθηκαν, με διαδρόμους και στενά περάσματα που διασταυρώνονται και οδηγούν σε μικρότερες και μεγαλύτερες αίθουσες διακοσμημένες με σταλακτίτες, σταλαγμίτες, και ελικτίτες.

 

 

Το Παγγαίο είναι βουνό υποεκτιμημένο για ορειβάτες λόγω του ομαλού των διαδρομών του και από τον απλό επίσης περιπατητή γιατί δεν παράγει εκείνο το «ουάου». Χαμηλό και χαμηλών τόνων με ένα τεράστιο όνομα όμως που πηγάζει από το «Παν Γαία», την πρώτη δηλαδή αρχέγονη ήπειρο που συγκέντρωνε όλες τις ηπείρους. Ονομαζόταν και Καρμάνιον, όνομα που κράτησε εύκολα η μνήμη μου, αφού λάτρεψα την ελεύθερη μετάφρασή του: «Η ατέρμονος πορεία της ψυχής».

 

Θα μπορούσε αυτό και μόνο να είναι ένα μεγάλο διαφημιστικό σλόγκαν ορατό δεξιά του ασφάλτινου δρόμου που κατευθύνεται προς την Καβάλα. Δύσκολα αντιστέκεσαι στον πειρασμό της φράσης. Αυτή την «πορεία» ακολουθώ με τον συμπορευόμενο που μας δημιουργεί ένα σύμπλεγμα συναισθημάτων, θα έλεγα κοινό για οποιαδήποτε διάσχιση του οποιοδήποτε δάσους του κόσμου.

 

Δημοσιεύτηκε στην Athens voice