γράφει ο

Βασίλης Μυλωνάς

 

Παιδιά, ξαναχτυπήσανε, Άδωνις και Πολάκης,

παίρνει μαθήματα απ’ αυτούς, πάλι ο απλός κοσμάκης.

 

Ο Κρητικός δε χόρτασε, από τη Συρεγγέλα,

δεν του ’φτασε η ατάκα του, ούτε η κουτσουκέλα.

 

Λίγο πολύ εννόησε, πως το νιονιό δε φτάνει

και την «απέλυσε» αυτός, άλλη δουλειά να κάνει.

 

Κι η Συρεγγέλα θύμωσε, για τούτη την οργή του,

ζητάει τη συγγνώμη του και τη διαγραφή του.

 

Μα, ο Πολάκης…όρθιος, λόγο δεν παίρνει πίσω,

όχι, βρε Συρεγγέλενα, δε θα σ’ ευχαριστήσω.

 

-Εσείς τους ανασφάλιστους, σβήνετε απ’ τα χαρτιά σας,

αυτά ήταν τα όνειρα κι όλα τα σχέδιά σας!

 

-Όχι, Πολάκη, ψέματα, δε σβήνουμε κανέναν,

μένουνε τα τεφτέρια μας, ως ήτανε γραμμένα!

 

Μα, ο Πολάκης άκαμπτος, στα λόγια του επιμένει

κι η Συρεγγέλα έμεινε…με την καρδιά καμένη.

 

Ο Κασσελάκης έτρεξε, να την παρηγορήσει,

μα, κούφια η συγγνώμη του, δε θα τον συγχωρήσει.

 

Κρατάει το επεισόδιο, και στη βουλή πηγαίνει

κι όταν μιλάει ο υπουργός, ο Παύλος παρεμβαίνει.

 

-Ψέματα λες, κυρ υπουργέ και όλους μας δουλεύεις

και κάθε ανασφάλιστο, τώρα τον δυσκολεύεις!

 

-Όχι, φωνάζει ο Άδωνις, το ψέμα είναι δικό σου,

όλοι οι Έλληνες έχουν γιατρό, μέχρι και…ο ποπός σου!

 

Φωνάζει ο Παύλος, ψέματα, τώρα βγήκε ο νόμος

και στης βουλής τον πρόεδρο, λέει, είσαι παιδονόμος;

 

Σηκώνεται κι αποχωρεί κι ο Άδωνις φωνάζει,

κάτσε ν’ ακούσεις ψεύταρε, σ’ έπιασε το μαράζι;

 

Δεν κάθομαι, δεν κάθομαι, τις μπούρδες σου ν’ ακούσω,

με τις ψευτιές που τσαμπουνάς, με τούτες να σε λούσω!

 

Κι Άδωνις, σαν υπουργός, που κελαηδάει κι αφρίζει,

με ένα ουστ! ευγενικό, τονε ξεπροβοδίζει.

 

Υπουργοί, να τους χαιρόμαστε και να τους μιμηθούμε,

τέτοιες κουβέντες όμορφες, για πάντα να ακούμε.