Από τη Μικρά Ασία ένας κεντημένος επιτάφιος ταξίδεψε στην Αγγλία και κατέληξε στον καθεδρικό ναό του Καντέρμπερι. Ο αρχαιολόγος Μιχάλης Λυχούνας* περιγράφει το ταξίδι του.

 

Τον βόρειο τοίχο του καθεδρικού του Καντέρμπερι, της έδρας της αγγλικανικής κοινότητας, στο σημείο όπου μια κλίμακα οδηγεί από την κρύπτη στο κεντρικό κλίτος, κοσμεί ένας κεντημένος επιτάφιος στον τύπο που χρησιμοποιεί η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία τη Μεγάλη Παρασκευή. 

 

Πρόκειται για μια τυπική σύνθεση του είδους, όπως διαμορφώθηκε στα πρώιμα μεταβυζαντινά χρόνια. Πάνω σε μαρμάρινη λίθο ο νεκρός Χριστός περιβάλλεται από έναν όμιλο θρηνούντων: την Παναγία με τις Μυροφόρες, τον Ιωάννη που του φιλάει το χέρι, τον Ιωσήφ από Αριμαθαίας που τακτοποιεί τη σινδόνα και ο Νικόδημος που μεταφέρει ένα δοχείο με αρωματικά. Δύο άγγελοι πλαισιώνουν τον όμιλο των θρηνούντων. 

 

Η σύνθεση απoκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με τη μακροσκελή επιγραφή, που αναφέρει τους δωρητές και την παράσταση της Ιερουσαλήμ και του Γολγοθά με τη Σταύρωση στην άνω δεξιά γωνία. Το έργο μπορεί να αποδοθεί με σχετική ασφάλεια στα τελευταία χρόνια του 18ου αι. Η έρευνα για την επιστημονική δημοσίευση του κειμηλίου βρίσκεται σε εξέλιξη.

 

Πώς όμως ένας ορθόδοξος επιτάφιος βρέθηκε στον πυρήνα του Αγγλικανισμού; Η ιστορία του ταξιδιού του αγγίζει δύο αιώνες ελληνοβρετανικών σχέσεων.

 

Το 1925, ένας Αγγλος αξιωματικός αποφασίζει να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι από την πατρίδα του στις νέες θέσεις αγγλικού ενδιαφέροντος, στις Βρετανικές Εντολές (Mandates) στη Μ. Ανατολή, κυρίως σε Συρία και Ιράκ. Ο συνταγματάρχης Τζον Αλφρεντ Κόντρινγκτον είναι μέλος μιας οικογένειας με στρατιωτική δραστηριότητα από τον Μεσαίωνα! 

 

Προπάππους του ήταν ο σερ Εντουαρντ Κόντρινγκτον, ο ναύαρχος του αγγλικού στόλου στη ναυμαχία του Ναυαρίνου. Την ιδιαίτερη σχέση της οικογένειάς του με την Ελλάδα (στο Ναυαρίνο είχε πολεμήσει και ο αδελφός του παππού του, ο σερ Χένρι) θα την κατανοήσει όταν μετά τις σπουδές και τη στρατιωτική εκπαίδευσή του εντάχθηκε στο διάσημο σώμα των Coldstreams και ξεκίνησε την καριέρα του στο δυτικό μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να βρεθεί υπασπιστής του στρατηγού Μπρίτζες στη Σμύρνη το 1920. 

 

Εκεί θα γνωρίσει πολλούς Ελληνες αξιωματικούς (ανάμεσά τους τον Πάγκαλο), που του δείχνουν ιδιαίτερη συμπάθεια και τους την ανταποδίδει με βαθιά εκτίμηση. Θα βιώσει επίσης την Κωνσταντινούπολη υπό διεθνή έλεγχο, ένα κοσμοπολίτικο κέντρο με στρατεύματα κάθε λογής και Ρώσους εμιγκρέδες να εμπλουτίζουν τη διασκέδαση και τη γαστρονομία της! 

 

Μετά τη λήξη αυτής της περιόδου θα παρακολουθήσει εκ νέου μαθήματα στην Οξφόρδη (ανάμεσα σε άλλα με τον διακεκριμένο βυζαντινολόγο Τάλμποτ Ράις), σε μια αναζήτηση νέας επαγγελματικής πορείας, ανάμεσα στο υπουργείο Εξωτερικών και στην κατασκοπεία, αλλά και πνευματικών και θεολογικών αναζητήσεων.

 

Το 1925 θα ξεκινήσει ένα μεγάλο ταξίδι από τη Βρετανία με στόχο τη Συρία, όπου θα είναι σύνδεσμος με τους Γάλλους (είχε σπουδάσει και στο Στρασβούργο). Θα επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη, που τη βρίσκει μια τουρκική πόλη, σκιά του εαυτού της, και καθώς ήταν 1.600 χρόνια από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο θα πάει στη Νίκαια της Βιθυνίας. 

 

Εκεί θα βρει κατεστραμμένη την εκκλησία της Κοιμήσεως (ευτυχώς, υπάρχουν καλές δημοσιεύσεις στα γερμανικά) και όταν σύννους και περίφροντις κάθεται επάνω στα χαλάσματα και σχεδιάζει, ο μουχτάρης του χωριού θα τον προσεγγίσει για να τον καλέσει σπίτι του για να του δείξει κάτι που έσωσε από την εκκλησία πριν αυτή καταστραφεί!

 

Ήταν ένα κεντημένος επιτάφιος (epitaphion, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του, σήμερα στο King’s College του Λονδίνου). Εκπληκτος ο λόγιος στρατιωτικός (και εξαίρετος κηπουρός και κολορίστας) νομίζει πως βρήκε ένα κειμήλιο από την εποχή της Οικουμενικής Συνόδου. 

 

Ο Τούρκος αξιωματούχος του ζητάει χρήματα, που δεν έχει. Του δίνει προκαταβολή και ενημερώνει τον στρατιωτικό εφημέριο της Εκκλησίας της Κριμαίας στην Κωνσταντινούπολη να πάει στη Νίκαια, να εξοφλήσει το ποσό και να παραλάβει το κειμήλιο. Ο κληρικός εκτελεί την εντολή, εξοφλεί και μεταφέρει το κειμήλιο στην Κωνσταντινούπολη, αν και δεν το θεωρεί κάτι εξαιρετικό. 

 

Η αφήγησή του για την περιπέτεια του ταξιδιού από την Πόλη έως τη Νίκαια είναι απολαυστική. Ο Κόντρινγκτον με τη σειρά του ενημερώνει τον εκκλησιαστικό επίτροπο (Dean) του καθεδρικού του Καντέρμπερι με επιστολή από τη Βηρυτό στις 6 Απριλίου 1925 και ζητάει να αγοράσει ο ναός τον επιτάφιο, καθώς οι 35 λίρες είναι μεγάλο ποσό για τον ίδιο.

 

 

Στο Λονδίνο

 

Το κειμήλιο φτάνει στην Αθήνα σε διπλωματικό σάκο του Foreign Office. Κατά τα απομνημονεύματα του Κόντρινγκτον, λειτουργείται στην Αθήνα από τον πρώην επίσκοπο Νικαίας με την ευκαιρία της επετείου της συνόδου (δεν έχω εντοπίσει ακόμη στοιχεία για μια τέτοια τελετή) και αποστέλλεται στο Λονδίνο και πάλι με διπλωματικό σάκο!

 

Στο Λονδίνο γίνεται μια οικουμενική λειτουργία στο αββαείο του Ουέστμινστερ για την επέτειο, όπου παρουσιάζεται το κειμήλιο από τη Νίκαια, πριν τελικά καταλήξει στο μουσείο του South Kensigton, σημερινό Victoria & Albert, για εκτίμηση και συντήρηση. Αναπληρωτής επιμελητής (keeper) υφασμάτων είναι ο Αλαν Γουέις, μια εμβληματική μορφή της ελλαδικής προϊστορικής αρχαιολογίας, ανασκαφέας των Μυκηνών και διευθυντής της Βρετανικής Σχολής Αθηνών (1914-1923) με δημοσιεύσεις που καλύπτουν όλη την επικράτεια, από τη Λακωνία έως τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, θαμμένος στο προτεσταντικό τμήμα του Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών! 

 

Ο Γουέις μαζί με τον συμφοιτητή του στο Κέμπριτζ Ρ. Μ. Ντόκινς είναι το δίδυμο που θα συλλέξει και καταγράψει με αρχαιολογικές μεθόδους ελληνικά παραδοσιακά κεντήματα (περί τα 1.200). Μεγάλο μέρος της συλλογής του Γουέις (περίπου 400 έργα) αρχικά δανείστηκε και αργότερα πουλήθηκε στο Μουσείο του Λίβερπουλ. 

 

Τμήματα της συλλογής τους βρίσκονται στο μουσείο Victoria & Albert του Λονδίνου και στο Μουσείο Υφάσματος της Ουάσιγκτον και μαζί με τις συλλογές άλλων (πολλών μελών της Βρετανικής Σχολής Αθηνών) τροφοδοτούν ακόμη και σήμερα εξαιρετικές εκθέσεις (π.χ. Mediterranean Embroideries, στο Fitzwilliam Museum του Cambridge, Μediterrenean Threads, 18th- and 19th- Century Greek Embroideries, στο Ashmolean Museum της Οξφόρδης).

 

Το κειμήλιο πέρασε από τα χέρια του συνταγματάρχη Κόντρινγκτον, απογόνου ενός από τους πρωταγωνιστές της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, και του ανασκαφέα των Μυκηνών σε μια ιστορική δαντέλα συμπτώσεων.

 

Ο Γουέις εκτιμά πως το έργο είναι του 16ου αιώνα (που είναι λάθος) και σημαντικής καλλιτεχνικής αξίας. Για την ανάγνωση της επιγραφής ζητάει τη βοήθεια του διευθυντή του Χριστιανικού και Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, Γ. Σωτηρίου. Επίσης συστήνει στον Κόντρινγκτον συντηρητές για την αποκατάσταση του αμφίου και τη μετατροπή του σε λάβαρο. 

 

Στην εκτεταμένη αλληλογραφία που φυλάσσεται στο αρχιεπισκοπικό μέγαρο Lambeth, στο Λονδίνο, διαβάζουμε πως τελικά ο Κόντρινγκτον θα το δωρίσει στον καθεδρικό με έναν συγχορηγό που του έδωσε τα μισά από τις 35 λίρες που κατέβαλε στον Τούρκο στη Νίκαια. Τα έξοδα συντήρησης θα αναλάμβανε ο καθεδρικός (περίπου 20 λίρες), ενώ η ιδέα για λάβαρο εγκαταλείφθηκε. Θα τοποθετούνταν σε θήκη αεροστεγώς κλεισμένη για να αποφευχθούν οι σοβαρές συνέπειες του υγρού καιρού της Αγγλίας στο ύφασμα. Σε αυτήν το βλέπουμε σήμερα.

 

Η πορεία του κειμηλίου από μια κατεστραμμένη ιστορική κοινότητα της Μ. Ασίας, από τη Νίκαια της Βιθυνίας, την πόλη δύο οικουμενικών συνόδων και αυτοκρατορική πρωτεύουσα των Λασκαριδών στα χρόνια της Λατινοκρατίας, στα χέρια του απογόνου ενός από τους πρωταγωνιστές της ναυμαχίας που οδήγησε στην ανεξαρτησία της χώρας και η εμπλοκή του ανασκαφέα των Μυκηνών που εισήγαγε τη μεθοδολογία της αρχαιολογίας στη παραδοσιακά κεντήματα, είναι ένα πραγματικό ιστορικό αριστούργημα, μια δαντέλα συμπτώσεων.

 

Ο ελληνισμός στη διαχρονία του, στη μεγάλη πορεία και εικόνα του, στο όλον του υπέστη το 1922 ένα υπαρξιακό χτύπημα. Δεν ήταν ακρωτηριασμός, καθώς το άκρο επέζησε, το σώμα νεκρώθηκε. Από αυτήν την περιπέτεια ακόμη δεν έχουμε ανασυγκροτηθεί ούτε ανασυγκροτήσει τη μνήμη. Η διαχείριση παραμένει αποσπασματική, δεν σταματά ωστόσο να μας προσφέρει συγκινήσεις.

 

 

Πολλαπλοί ρόλοι

 

Εξίσου ενδιαφέρον είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο διακεκριμένοι αρχαιολόγοι από τη Βρετανία στους πολλαπλούς ρόλους τους στην περιοχή, επιστημονικούς, στρατιωτικούς, διπλωματικούς και κατασκοπείας, συνεισέφεραν από τη δική τους προοπτική (όχι πάντα ταυτόσημη με εκείνη των Ελλήνων, όπως της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη) στη διάσωση, καταγραφή και μελέτη μιας ιδιαίτερης τέχνης, της κεντητικής, που στις μέρες μας πια μπορούμε να μελετήσουμε και στην έμφυλη και όχι μόνο την «εθνική» διάσταση.

 

Το 2025 είναι αύριο. Θα έχουμε τα 1.700 χρόνια από τη Σύνοδο της Νικαίας, ιδιαίτερης θεολογικής και δογματικής αξίας, και τα 100 χρόνια από το ταξίδι του κειμηλίου από τη γη του στη Γηραιά Αλβιώνα. 

 

Θα ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να ξαναδούμε το κειμήλιο στην Ελλάδα και να θυμηθούμε την ιστορική Νίκαια, τη μεγάλη οικογένεια των στρατιωτικών Κόντρινγκτον, αλλά και τους πρωτοπόρους της μελέτης της κεντητικής, Γουέις και Ντόκινς, με σοβαρές εκθέσεις και εκδηλώσεις. Οψόμεθα!

 

*O κ. Μιχάλης Λυχούνας είναι αρχαιολόγος

**Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 3 Μαΐου 2024

 

 

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία η Κοίμηση της Θεοτόκου στη Νίκαια και οι έγχρωμες Καθεδρικός του Καντέρμπουρι.