γράφει ο 

Κώστας Χατζηεμμανουήλ 

 

ΒΕΛΙΚΑ ΜΠΑΛΓΚΑΡΙΑ (=Μεγάλη Βουλγαρία) χαραγμένες λέξεις στα βουλγάρικα πάνω σε έναν από τους κίονες της παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην πλατεία ηρώων στον Λιμένα της Θάσου, απομεινάρι της βουλγαρικής κατοχής.

 

Λύσανδρος Παλάζωφ.

 

Θάσος 1942 μ Χ. Ένα χρόνο μετά την άνοιξη στο Ρούπελ, οι Βούλγαροι συγκέντρωσαν μέσα στην ανασκαφή του Ιερού του Ηρακλή τους άντρες του χωριού κι έστησαν γύρω τους τα πολυβόλα. Μερόνυχτα, πυρκαγιές κατάκαιγαν τα δάση του νησιού εκείνο το καλοκαίρι. Τότε κάηκε ο Αι Γιάννης, κάηκε και το Γλυκάδι.

 

Μίλησαν τότε για πράξεις δολιοφθοράς και αντίστασης και άρχισαν τα αντίποινα. Θάσος 404 π Χ. Λίγες μέρες μετά την καταστροφή των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς, οι Σπαρτιάτες με τον Λύσανδρο κατέπλευσαν στη Θάσο και την κατέλαβαν. Συγκέντρωσαν τους άντρες της Θάσου στο Ιερό του Ηρακλή με λόγια πλάνα, φιλάνθρωπα, που είπε ο Λύσανδρος, ότι τάχα δεν υπάρχει λόγος να φοβούνται τώρα που άλλαξε η κατάσταση, μόνο και μόνο επειδή υπήρξαν φίλοι του εχθρού του των Αθηναίων.

 

Να δώσουν βάση έλεγε στα λόγια του που ξεστόμισε σε χώρο ιερό, στον ναό του Πατρώου Ηρακλή. Ανάμεσα στους άντρες, μέσα στην ανασκαφή, ήταν κι ο μυλωνάς.

 

Την προηγουμένη από το μπλόκο, η γυναίκα του είχε βρεθεί με τον Βούλγαρο στρατιωτικό διοικητή του νησιού, τον λοχαγό Παλάζωφ, λεβέντη και κιμπάρη από την Παλιά Βουλγαρία. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο μυλωνάς κίναγε αχάραγα για άλεσμα, η γυναίκα του, ήταν πολύ όμορφη, τον έμπαζε από την πίσω αυλόπορτα στο πλυσταριό κι από κει από μια εξωτερική ξύλινη σκάλα, που ανέβαζε στο πάνω πάτωμα, στην κρεβατοκάμαρα.

 

Γινόταν καιρό. Η φτερωτή του νερόμυλου κράταγε ρυθμικά τον χρόνο που ο λοχαγός γλιστρούσε, χαράματα, κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα της συζυγικής κλίνης του μυλωνά. Τακ, τακ… ο σομιές του κρεβατιού, τακ… τακ η φτερωτή του νερόμυλου μετρούσαν τον χρόνο αλλιώτικα. Στον όρμο του Αι Βασίλη, στον ταρσανά του Βουλγαροαρμένη Κιρκόρ κτίζανε σκαριά με την ξυλεία που κατέβαζαν από τους Τρείς Γκρέμνους. Εκεί δούλευαν το σφυρί και το ματσακόνι τα νιάτα του νησιού και πότε, πότε ο Μαΐστρος έφερνε τη μυρουδιά απ το μίνιον και το κατράμι ίσα με τα σπίτια του Λιμένα. Όλοι οι άντρες, από 16 έως 65 ήταν εκεί στην ανασκαφή και γύρω στημένα τα μυδράλια. Βουβά. Ένας ήλιος αυγουστιάτικος μόνο έριχνε τους μύδρους του, χοντρές, καυτές σταγόνες ιδρώτα στα κούτελα και τα ξεκούμπωτα στήθια.

 

Όχι όλοι οι άντρες… Όλοι, εκτός από τους βουλγαρογραμμένους και όσους είχαν αδερφές που αγαπούσαν Βούλγαρους φαντάρους. Ο μυλωνάς το ήξερε. Του το χαν προφτάσει. Να πέσει να πεθάνει ανάμεσα στις μυλόπετρες. Ξάπλωνε πάνω στις πλάκες και έπνιγε το γοερό του κλάμα στο βουητό του νερού, ενώ ο κτύπος της φτερωτής τακ… τακ, μέτραγε τον χρόνο αλλιώτικα, τις ώρες αλλιώτικα ο σομιές τακ, τακ, τακ, τακ, της συζυγικής κλίνης του μυλωνά. Μπορούσε να μην εμφανιστεί.

 

Να μην πάει στην ανασκαφή μαζί με τους άλλους άντρες του χωριού. Ήταν ανάγκη να τροφοδοτεί με αλεύρι τους Βούλγαρους και αυτό τον απάλλασσε από την υποχρέωση να σταθεί αντίκρυ στις κάννες του αποσπάσματος.

 

Όμως… μια παράξενη χθόνια δύναμη τον ωθούσε. Αυτή η ίδια που τον έριχνε πάνω στη νεροτριβή, που τον έσπρωχνε ανάμεσα στις μυλόπετρες, να πέσει να πεθάνει, αυτή, η ίδια, τον οδηγούσε τώρα τυφλά μπρος στα πολυβόλα. Δεν ένιωθε φόβο. Αυτό που τον κυρίευε πιο πολύ έμοιαζε με μέθη.

 

Η καρδιά του χτυπούσε τρελά και τα μηλίγγια του έσφυζαν. Ένα μελίσσι βούιζε μέσα στο κεφάλι του. Χαρά αλλόκοτη, μανιασμένη. Ενθουσιασμός του αυτόχειρα. Όλοι οι άντρες ήταν εκεί, στο Ιερό του Ηρακλή…

 

Όχι όλοι. Μόνο όσοι υπήρξαν φίλοι των Αθηναίων. Πάνω στον βωμό, ανεβασμένος, με αυθάδεια, ο Λύσανδρος, ο εραστής του πολέμου, αιμοπότης και διψασμένος για μάχες και θανατικό, μεθυσμένος απ’ το ποτό της νίκης, σαν όρνεο που μετρά και ζυγίζει τη λεία του, με ένα νεύμα του χεριού του ξεκίνησε το μακελειό. «Του Ηρακλή του ανίκητου γενιά είμαστ’ εμείς» τραγουδούσαν οι στρατιώτες του, όση ώρα μάτωναν τα μάρμαρα του ναού με το σπαθί τους.

 

Με εμβατήρια αφήνιαζε η ψυχή. «οτ Τσέρνο Μόρε ντο Όχριντ, οτ Ντούναβ ντο Μπιάλο Μόρε»(«Από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Οχρίδα, από τον Δούναβη ως το Αιγαίο(Άσπρη Θάλασσα)» τραγουδούσαν οι Βούλγαροι στρατιώτες, με τα πολυβόλα στραμμένα γύρω από τους μελλοθάνατους.

 

Πάνω στις σπασμένες πέτρες του βωμού, με ματιά αλλοπαρμένη, ο Παλάζωφ, ο εραστής της γυναίκας του μυλωνά, ρούφαγε αχόρταγα τον καπνό του τσιγάρου του. Στον ταρσανά, στον όρμο του Αι Βασίλη, επικρατούσε νεκρική σιγή.

 

Ούτε σφυρί, ούτε ματσακόνι ακούστηκε απ το πρωί. Ερημιά. Δίχως τα νιάτα του νησιού, έμοιαζαν με ξεβρασμένα κουφάρια φαλαινών οι καρίνες και οι σκαρμοί των παρατημένων σκαριών. «Αν τους τουφεκίσεις όλους, ποιος θα δουλέψει τον ταρσανά, κομαντάν; Τι λόγο θα δώσουμε παρά πάνω, άμα πάψουμε να σκαρώνουμε καΐκια και παπόρια;».

 

Τελικά, ο γέρο Κιρκόρ τον κατάφερε να του αλλάξει γνώμη και έτσι να γλιτώσουν τον βέβαιο θάνατο οι άντρες του χωριού. Είπαν πως όλα ήταν μιλημένα. Πως η γυναίκα του μυλωνά ζήτησε από τον εραστή της να τους χαρίσει τη ζωή και εκείνος την ορμήνευσε να του στείλει τον γέρο Κιρκόρ να του ζητήσει τάχα χάρη. Ο Βουλγαροαρμένης πήγε στην ανασκαφή και ο Παλάζωφ τους λευτέρωσε όλους.

 

Ο Έρωτας. Η σχέση τους αυτή δεν θα κράταγε για πολύ ακόμη. Ένα πρωί, που ο σομιές της συζυγικής κλίνης του μυλωνά, τακ, τακ, τακ, τακ μετρούσε τον χρόνο αλλιώτικα, η φτερωτή του νερόμυλου σταμάτησε το μέτρημα του χρόνου, τακ…

 

Από την κεντρική γραδιά της σκεπής του νερόμυλου βρήκαν κρεμασμένο τον μυλωνά, με τα πόδια του να αιωρούνται πάνω από τις μυλόπετρες, με έναν μικρό λεκέ, λίγο κάτω απ το καβάλο του παντελονιού του.

 

Ο Λύσανδρος, μετά τη σφαγή, δεν ξαναγύρισε στη Θάσο.

 

Ο Παλάζοφ, ύστερα από πολλά χρόνια, γέρος πια, επισκέφτηκε το νησί όταν άνοιξαν τα σύνορα. Κάποιοι από τους ντόπιους τον αναγνώρισαν.

 

Στο μνήμα της γυναίκας, που ερωτεύτηκε τα χρόνια της κατοχής, βρήκαν φυτεμένη μια κόκκινη τριανταφυλλιά από την Κοιλάδα των Ρόδων.

 

(Ιστορικό διήγημα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα από τη συλλογή μου «Σουβενίρ από τη Μακεδονία».