​​​​​​​

 

 

 

 

Το φάσμα της εργασίας μέχρι τα βαθιά γεράματα πλανάται πλέον ξεκάθαρα πάνω από τους Ευρωπαίους πολίτες, καθώς οι νέες μακροπρόθεσμες προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκιαγραφούν ένα εξαιρετικά δυσοίωνο μέλλον για τα όρια συνταξιοδότησης.

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει πως υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα και ραγδαία γήρανση του πληθυσμού.

 

Ο μέσος εργαζόμενος καλείται να σηκώσει το βαρύ φορτίο, παραμένοντας στον εργασιακό στίβο για όλο και περισσότερα χρόνια προκειμένου να εξασφαλίσει τα αυτονόητα.

 

Το Ageing Report 2027 αποκαλύπτει τις προθέσεις των Βρυξελλών, μεταθέτοντας την καυτή πατάτα των αλλαγών στην επόμενη κυβέρνηση, με το νέο καθεστώς να αναμένεται να τεθεί σε ισχύ από το 2030.

 

Το βασικό σενάριο προβλέπει τη σταδιακή αύξηση των ορίων κατά ένα έτος, ανεβάζοντας τον πήχη από τα 67 στα 68 έτη. Η εξέλιξη αυτή δυσχεραίνει σημαντικά την καθημερινότητα των πολιτών, οι οποίοι βλέπουν την προοπτική της ξεκούρασης να απομακρύνεται διαρκώς.

 

Βασιζόμενη στον υφιστάμενο μηχανισμό που συνδέει τα όρια ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής, η Επιτροπή παρουσιάζει μια τρομακτική κλιμάκωση. Συγκεκριμένα, το κανονικό όριο αναμένεται να φτάσει στα 68 έτη το 2030 με την πρόωρη έξοδο στα 63. Η ανηφόρα συνεχίζεται στα 70 έτη το 2055 με πρόωρη στα 65, για να κορυφωθεί τελικά στα 72 έτη το 2080 με την πρόωρη συνταξιοδότηση να κλειδώνει στα 67.

 

Με αυτά τα δεδομένα, η Ελλάδα οδεύει προς την καθιέρωση του δεύτερου υψηλότερου ορίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την αρνητική πρωτιά κατέχει η Δανία με 74 έτη, ενώ πίσω από τη χώρα μας ακολουθεί η Ιταλία με 71,6 έτη. Πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν προβολές της Κομισιόν βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και των παραδοχών της Eurostat και όχι αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί για την εφαρμογή νέων ορίων.

 

Η αρχή έγινε με τις μεταρρυθμίσεις του 2012 και του 2014, όταν τα όρια ανέβηκαν από τα 65 στα 67 για την κανονική και από τα 60 στα 62 για την πρόωρη σύνταξη. Ήδη από το 2021 υπάρχει η πρόβλεψη για αναπροσαρμογή κάθε τρία χρόνια.

 

Προς το παρόν, η κυβέρνηση δια στόματος της υφυπουργού Εργασίας Άννας Ευθυμίου, έχει ξεκαθαρίσει πως μέχρι το 2030 δεν θα υπάρξει καμία απολύτως μεταβολή στον σχετικό χάρτη. Οι επιστημονικές μελέτες και οι ειδικοί εκτιμούν πως η μελλοντική μετάβαση θα είναι σταδιακή. Για παράδειγμα, ένας ασφαλισμένος που κλείνει το 62ο έτος το 2030 ίσως αποχωρήσει στα 62,6 έτη, όποιος τα κλείσει το 2031 να βγει στα 62,9 και το 2032 να συνταξιοδοτηθεί στα 63.

 

Το δημογραφικό αδιέξοδο αποτυπώνεται ανάγλυφα στα νούμερα που κρίνουν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Οι συνταξιούχοι από τα 2,5 εκατομμύρια σήμερα θα παραμείνουν σταθεροί μέχρι το 2030, όμως στη συνέχεια θα αυξηθούν φτάνοντας τα 2,7 με 2,8 εκατομμύρια έως το 2040 και θα αγγίξουν τα 3 εκατομμύρια το 2050.

 

Στον αντίποδα, οι ενεργοί ασφαλισμένοι που το 2022 ανέρχονταν σε 4,1 εκατομμύρια, προβλέπεται να διατηρηθούν οριακά πάνω από τα 4 εκατομμύρια το 2030, για να συρρικνωθούν στα 3,7 εκατομμύρια το 2040 και στα 3,3 εκατομμύρια έως το 2050. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η κρίσιμη αναλογία ασφαλισμένων προς συνταξιούχους θα κατρακυλήσει από το σημερινό 1,65 προς 1, στο 1,46 προς 1 το 2030 και στο απογοητευτικό 1,23 προς 1 το 2050. Την ίδια στιγμή, οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών σε σχέση με τους πολίτες εργάσιμης ηλικίας 20 έως 64 ετών, από 39% που ήταν το 2022, θα εκτοξευθούν στο 60,6% έως το 2040 και στο 74,4% το 2050.