γράφει ο

Γιώργος Καρανίκας 

 

Διαβάζουμε συνεχώς ότι το ένα σαφάρι διαδέχεται το άλλο και σε όλη την χώρα με νέα ψηφιακά «όπλα» στην φαρέτρα τους, τα κλιμάκια της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας απλώνουν ελεγκτικό «δίχτυ» σε επιχειρήσεις καταλυμάτων, εστίασης, στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο, αλλά και σε ελεύθερους επαγγελματίες.

 

Στην τσιμπίδα των ελεγκτών έχουν βρεθεί ήδη χιλιάδες περιπτώσεις φοροδιαφυγής, ενώ οι ελεγκτές ετοιμάζονται για ακόμα πιο αυστηρούς επιτόπιους ελέγχους μέσα στο καλοκαίρι.

 

Μάλιστα, ο συνολικός αριθμός των ελέγχων που θα διενεργηθούν από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις Επιθεώρησης για όλο το 2026, πανελλαδικά, αναμένεται να ξεπεράσει τους 72.133, και στοχεύουν στην καταπολέμηση κάθε παραβατικότητας, στην προστασία των εργαζομένων και στη δραστική μείωση των εργατικών ατυχημάτων.

 

Ειδικά όμως σε επιχειρήσεις και κλάδους με υψηλό δείκτη κινδύνου παραβατικότητας οι έλεγχοι θα είναι πιο εντατικοί και επαναλαμβανόμενοι.

 

Καλά όλα αυτά αλλά από την άλλη μας κάνει εντύπωση αυτή η ασφυκτική πίεση της ΑΑΔΕ στο σύνολο των δραστηριοτήτων της χώρας, την ώρα που ξαφνικά η ΕΛΑΣ έχει εξαπολύσει το τελευταίο διάστημα τους μηχανισμούς της και φέρνει στο φως συμμορίες και κυκλώματα που επί χρόνια θησαύριζαν από παράνομες δραστηριότητες.

 

Μάλλον το έργο το έχουμε ξαναδεί. Εκλογές έρχονται!

 

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, από την άλλη πλευρά διαπιστώνεται θεαματική αύξηση λαθών στους φορολογικούς ελέγχους της ΑΑΔΕ, όπως καταγράφεται στο πρώτο τρίμηνο του 2026, καθώς το ποσοστό των πράξεων που ακυρώνονται από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) ξεπέρασε το 41%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών.

 

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ηχηρό καμπανάκι για την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων την ποιότητα και την ακρίβεια των ελεγκτικών διαδικασιών.

 

Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Μαρτίου 2026 εξετάστηκαν συνολικά 2.049 ενδικοφανείς προσφυγές φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων. Από αυτές, οι 2.031 εκδικάστηκαν κανονικά, ενώ οι υπόλοιπες είτε απορρίφθηκαν σιωπηρά λόγω παρέλευσης προθεσμιών, είτε παραιτήθηκαν οι προσφεύγοντες.

 

Εκείνο όμως που προκαλεί αίσθηση είναι πως δικαιώθηκαν πλήρως ή εν μέρει 848 προσφεύγοντες με αποτέλεσμα να διαγραφούν σημαντικά ποσά φόρων και προστίμων που είχαν επιβληθεί από τις φορολογικές ελεγκτικές υπηρεσίες, με το ποσοστό να φτάνει στο 41,4%

 

Αντίθετα, σε 1.183 περιπτώσεις οι αποφάσεις των ελεγκτικών υπηρεσιών επικυρώθηκαν, με τη ΔΕΔ να απορρίπτει τα αιτήματα των φορολογουμένων. 

 

Ωστόσο, η μεγάλη αύξηση των υποθέσεων που καταλήγουν υπέρ των πολιτών αποτυπώνει, σύμφωνα με λογιστές, σοβαρές αδυναμίες είτε στη διαδικασία των διασταυρώσεων είτε στην τεκμηρίωση των πορισμάτων των ελέγχων.

 

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν εξεταστεί η συνολική λειτουργία της ΔΕΔ από το 2013 μέχρι σήμερα. Στο διάστημα αυτό έχουν εκδικαστεί περισσότερες από 102.000 προσφυγές.

 

Από αυτές, οι 25.129 ή το 30,5% κρίθηκαν υπέρ των φορολογουμένων, οδηγώντας σε ακυρώσεις ή μειώσεις καταλογισμών. 

 

Παράλληλα, χιλιάδες άλλες υποθέσεις απορρίφθηκαν είτε κανονικά είτε σιωπηρά λόγω εκπνοής των νόμιμων προθεσμιών εξέτασης.

 

Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και η συνέχιση της δικαστικής διαμάχης από μεγάλο αριθμό πολιτών που δεν δικαιώνονται στη ΔΕΔ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, σχεδόν τέσσερις στους δέκα φορολογουμένους που χάνουν στη ΔΕΔ, επιλέγουν να προσφύγουν στα διοικητικά δικαστήρια.

 

Μόνο το πρώτο τρίμηνο του έτους καταγράφηκαν 1.176 νέες δικαστικές προσφυγές, ενώ συνολικά από το 2013 οι σχετικές υποθέσεις ξεπερνούν τις 40.500.

 

Υπενθυμίζεται ότι κάθε φορολογούμενος που λαμβάνει πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να προσφύγει στη ΔΕΔ εντός 30 ημερών. 

 

Ωστόσο, για να εξεταστεί η προσφυγή απαιτείται η καταβολή του 50% του αμφισβητούμενου ποσού, εκτός αν εγκριθεί αίτημα αναστολής πληρωμής — κάτι που συμβαίνει σπάνια. 

 

Επιπλέον, η προσφυγή στη ΔΕΔ αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο πριν από την προσφυγή στα δικαστήρια.