

γράφει ο
Παναγιώτης Μυργιώτης
Μακεδονικός αγώνας ονομάζεται ο ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, κυρίως, και άλλων σλαβόφωνων λαών κατά την περίοδο 1904 έως 1908 με το θέατρο των συγκρούσεων να είναι η τουρκοκρατούμενη τότε Μακεδονία.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η λήξη της επανάστασης του 1821 δεν βρήκε ολόκληρη την Ελλάδα ελεύθερη.
Τα βόρεια σύνορα της ελεύθερης Ελλάδας αποτελούσε η Θεσσαλία. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι ένα μεγάλο τμήμα του ελληνισμού παρέμεινε υποδουλωμένο στην οθωμανική αυτοκρατορία. Η Θεσσαλία του Ρήγα Φεραίου, η Μακεδονία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και άλλες ένδοξες και ελληνικότατες περιοχές Ήπειρος, Κρήτη, Θράκη και πόλεις όπως Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Μοναστήρι, Ρόδος , Βέροια στέναζαν κάτω από την μπότα του τούρκου δυνάστη.
Ο ελεύθερος ελληνισμός το έφερε βαρέως το γεγονός αυτό. Η περιοχή της Μακεδονίας μας ήταν εμπορικό σταυροδρόμι της εποχής και η ανάμειξη ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών και γλωσσών ήταν γεγονός αναπόφευκτο. Ο τούρκος δυνάστης απαγόρευε την λειτουργία ελληνικών σχολείων για εκατοντάδες χρόνια. Αναμενόμενο ήταν κάποιοι άνθρωποι να αρχίζουν να μη μιλάν ελληνικά, να αναπτύσσονται τοπικοί διάλεκτοι και να παρεισφρέουν και σλαβικές λέξεις. Μήπως σήμερα που λειτουργούν σχολεία δεν παρατηρούμε την άναρχη εισβολή ξένων λέξεων εις το καθημερινό λεξιλόγιό μας;;.
Οι Βούλγαροι και άλλοι σλαβικοί λαοί έβλεπαν τις πλούσιες μακεδονικές πεδιάδες με τους μεγάλους ποταμούς και τα λιμάνια της Μακεδονίας, κυρίως της Θεσσαλονίκης, και επιθυμούσαν σφόδρα να τα προσαρτήσουν. Νόμισαν ότι βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία να προσαρτήσουν την ελληνική Μακεδονία. Οι ευρωπαίοι προβλέπουν την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και προσπαθούν να κερδίσουν ότι μπορούν.
Για να προσαρτήσει την Μακεδονία η Βουλγαρία έπρεπε να αποδείξει ότι οι Μακεδόνες είναι Βούλγαροι. Για το σκοπό αυτό ιδρύει μια οργάνωση το Κομιτάτο και τα μέλη της ονομάζονται κομιτατζήδες. Ο ρόλος των κομιτατζήδων είναι με την βία και τον εξαναγκασμό να αποδείξουν ότι ο ντόπιος πληθυσμός ακολουθεί την Βουλγαρία.
Εκβιάζουν και απειλούν τους ορθόδοξους χριστιανούς να μη εκκλησιάζονται εις τις εκκλησίες που ανήκουν εις το οικουμενικό πατριαρχείο αλλά εις τις εκκλησίες που ανήκουν στη βουλγαρική εξαρχία. Στην Οθωμανική τάξη η εκκλησιαστική ένταξη αποτελούσε κριτήριο εθνικής κατηγοριοποίησης.
Η ένταξη κάποιου σε μία από τις δύο Εκκλησίες, τη βουλγαρική Εξαρχία ή το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, σήμανε τη δήλωσή του ως «Βούλγαρου» ή «Έλληνα» αντίστοιχα. Μεγάλη η πίεση και η αγριότητα που αντιμετώπιζαν οι Μακεδόνες για να ενταχθούν εις την Βουλγαρική εξαρχία και μέσω αυτής να υποδουλωθούν εις την Βουλγαρία. Ταυτόχρονα οι κομιτατζήδες ιδρύουν και σχολεία εις τα οποία διδάσκεται αποκλειστικά και μόνο η βουλγαρική γλώσσα.
Την ίδια ώρα ο Ελληνισμός αντιδρά, δεν μένει απαθής και αδρανής. Ο οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ τοποθετεί ιεράρχες νέους, μορφωμένους και άξιους να προσφέρουν για τη διάσωση του Ελληνισμού της Μακεδονίας. Είναι ο Γερμανός Καραβαγγέλης εις την μητρόπολη Καστοριάς, ο Ιωακείμ Φορόπουλος εις το Μοναστήρι και ο Χρυσόστομος Καλαφάτης εις τη Δράμα. Ταυτόχρονα, η ελληνική κυβέρνηση στέλνει τους δικούς της ανθρώπους. Ο Ίων Δραγούμης αναλαμβάνει το Προξενείο Μοναστηρίου, ο Λάμπρος Κορομηλάς το Προξενείο Θεσσαλονίκης, ο Νικόλαος Σαχτούρης το Προξενείο Σερρών και ο Τιμολέων Μαυρουδής το Προξενείο Καβάλας.
Θεωρητικά οι κομιτατζήδες θεωρούνται αυτόνομοι αντάρτες, δεν ανήκουν σε κανένα κράτος και έτσι η πατρίδα μας Ελλάδα δεν μπορεί να κηρύξει πόλεμο σε καμιά χώρα. Στέλνει μικρές στρατιωτικές μονάδες για να βοηθήσουν τους μακεδονομάχους.
Ο Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης γυρίζει με κίνδυνο της ζωής του από χωριό σε χωριό για να στηρίξει το ελληνικό φρόνημα. Δάσκαλοι και δασκάλες με καρδιές φλεγόμενες και παλλόμενες από Ελλάδα και χριστό στηρίζουν τα παιδιά και τους γονείς των. Διδάσκουν Ελληνικά και ελληνική Ιστορία. Δίνουν δύναμη και κουράγιο για να μη χαθεί ο ελληνισμός από την Μακεδονία.
Εις την Αθήνα ιδρύεται το μακεδονικό κομιτάτο για να βοηθήσει τον ελληνισμό της Μακεδονίας από τον δημοσιογράφο Δημήτριο Καλαποθάκη. Πιέζει προς την κατεύθυνση αυτή και την ελληνική κυβέρνηση. Τον Αύγουστο του έτους 1904 ο αξιωματικός Παύλος Μελάς εγκαταλείπει λαμπρή καριέρα, σύζυγο και παιδιά περνάει τα σύνορα και κυκλοφορεί εις την Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας. Βοηθά σημαντικά εις τον αγώνα των μακεδονομάχων και είναι ο σημαντικότερος.
φωτογραφία: ο Καπετάν Άγρας και η ομάδα του στη λίμνη των Γιαννιτσών - commons wikimedia