γράφει ο

Γιώργος Στάμκος

 

Μετά το 1949, το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου και την έναρξη του λεγόμενου Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάδα -ένα φοβικο "ευρωατλαντικο νησί" στην άκρη μιας "κομμουνιστικής ενδοχώρας"- δεν έκλεισε μόνο τα διεθνή της σύνορα, μα ύψωσε και εσωτερικά «αόρατα τείχη». Από τη Δυτική Μακεδονία ως τη Θράκη δημιουργήθηκαν οι Ειδικές Ζώνες Στρατιωτικής Επιτήρησης. Επρόκειτο για μια αλυσίδα χωριών, βουνών και κοιλάδων όπου η ζωή ρυθμιζόταν από τις άδειες της χωροφυλακής και τα δελτία της στρατιωτικής διοίκησης.

 

Στη Φλώρινα και ειδικά στα χωριά γύρω από τις Πρέσπες, οι ντόπιοι Έλληνες πολίτες σλαβομακεδονικης καταγωγής βίωσαν μια παρόμοια σιωπηλή καχυποψία. Για να περάσει κάποιος από τον Άγιο Γερμανό ως την πόλη της Φλώρινας έπρεπε να είναι εφοδιασμένος με Ειδικό Δελτίο Κυκλοφορίας και "άδεια εξόδου", και να δώσει λογαριασμό σε δυο στρατιωτικά φυλάκια-checkpoints. Ο δε εκάστοτε διοικητής της XV Μεραρχιας εκτελούσε και χρέη τοπικού πολιτικού διοικητή στην περιοχή των Πρεσπών, "υιοθετώντας" ύποπτα εθνολογικως χωριά κι επιβαλλοντας στους ντόπιους κατοίκους την εθνικοφροσυνη μέσω της αυτολογοκρισιας.

 

Οι γυναίκες θυμούνται ακόμα τις ουρές για το «χαρτί εξόδου», ενώ οι άνδρες μιλούν για το πώς ένιωθαν εγκλωβισμένοι σε μια «πατρίδα-στρατόπεδο».  Τα βουνά, που για αιώνες ήταν δρόμοι επικοινωνίας με τη Γιουγκοσλαβία, έγιναν φράγματα.

 

Οι κάτοικοι αυτών των περιοχών κουβαλούν μνήμες που μοιάζουν με ιστορίες εξορίας. Στη Μύκη της Ξάνθης ή στην Οργάνη της Ροδόπης, οι Πομάκοι μιλούν ακόμη για τις μέρες που δεν μπορούσαν να πάνε ελεύθερα ούτε στην Κομοτηνή.

 

 Στα χωριά της Φλώρινας, οι ηλικιωμένοι διηγούνται ότι έπρεπε να δηλώνουν ακόμη και ποιον θα επισκέπτονταν στο διπλανό χωριό...

 

Στα Πομακοχώρια της Ροδόπης –στα ορεινά της Ξάνθης, του Έβρου και κυρίως της Ροδόπης– οι κάτοικοι έπρεπε να δείχνουν άδεια για να κατέβουν στην Κομοτηνή ή στην Ξάνθη. Ακόμη και για να πάνε στο παζάρι, κουβαλούσαν ένα χαρτί που πιστοποιούσε πως δεν ήταν «ύποπτοι». Οι Πομάκοι, άνθρωποι που ζούσαν με την ορεινή αυτάρκεια, τα καπνά και τα κοπάδια τους, ένιωθαν πως ήταν «ξένοι» μέσα στο ίδιο τους το κράτος. Η γλώσσα τους, τα τραγούδια τους, οι δεσμοί τους με συγγενείς στην άλλη πλευρά των συνόρων, όλα έμπαιναν σε καθεστώς καχυποψίας.

 

Δεν ήταν μόνο ελληνικό φαινόμενο. Από την Αλβανία του Χότζα ως τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και τη Βουλγαρία του Ζιφκοφ, οι «ζώνες ασφαλείας» στα σύνορα ήταν κοινός τόπος στα Βαλκάνια. Μα στην ελληνική περίπτωση είχαν ιδιαίτερο βάρος, γιατί αφορούσαν πολίτες που ένιωθαν πως το ίδιο το κράτος τους αντιμετώπιζε σαν «ύποπτους», όπως οι Σλαβομακεδόνες και οι Πομάκοι.

 

Όταν οι ζώνες καταργήθηκαν το 1996 (για τα Πομακοχώρια), ύστερα από απόφαση του Γεράσιμου Αρσένη, ήταν σαν να άνοιξε μια πύλη στον κόσμο. Οι δρόμοι των ορεινών χωριών ενώθηκαν ξανά με τις πόλεις, τα παζάρια γέμισαν, οι νέοι μπόρεσαν να ταξιδέψουν χωρίς άδεια.

 

Σήμερα, ο ταξιδιώτης που ανηφορίζει στα πομακοχώρια της Ροδόπης ή που περπατά στις Πρέσπες δύσκολα θα αντιληφθεί την παλιά αυτή σκιά. Μονάχα τα ερειπωμένα φυλάκια στην άκρη του δρόμου και οι διηγήσεις των γερόντων θυμίζουν πως εδώ υπήρχε κάποτε ένα «σύνορο πριν από το σύνορο».

 

Η κληρονομιά τους είναι διπλή: ένα τραύμα απομόνωσης, αλλά και ένα μάθημα για το παρόν. Γιατί σήμερα, που τα σύνορα ξανασφίγγουν στην Ευρώπη, η μνήμη των ζωνών επιτήρησης υπενθυμίζει πόσο ακριβή και εύθραυστη είναι η ελευθερία των ανοιχτών συνόρων.