γράφει ο 

Βύρων Δημητριάδης

 

Στο διάγγελμα της 13ης Απριλίου του 2020, ο Κούλης, ως βιοεξουσιαστής πρωθυπουργός, είχε προσπαθήσει να μετατρέψει την κινδυνολογία του “πολέμου” σε ζήτημα εμπιστοσύνης προς τον εαυτό του, τον Μωυσή, και τη δέσμευση των πολιτών στη τήρηση των μέτρων σε εκδήλωση αυτής της εμπιστοσύνης αν και γνώριζε πολύ καλά πως αυτή η “δέσμευση” στόχευε κύρια στην εξασφάλιση χρόνου ώστε να ενισχυθεί με κάθε τρόπο και κάθε μέσο, το καθ' όλα δημόσιο ΕΣΥ.

 

Το ζουμί όμως της υπόθεσης βρίσκεται σε άλλο σημείο του διαγγέλματος το οποίο χρησιμοποίησα ως εισαγωγή στο σχόλιο : “...συμπολίτες Του” (βλ θασιακή 28/04/2020):

 

“...Μετά την κρίση, η κάθε εξουσία οφείλει να εγκαταλείπει το απυρόβλητο της ανάγκης, δυναμώνοντας τη λογοδοσία γιατί καμία έκτακτη συνθήκη δεν μπορεί να αμφισβητεί τη δημοκρατική ευαισθησία...”

 

Σχολίαζα μεταξύ άλλων “...Ο ίδιος μιλά για “έκτακτη συνθήκη” εννοώντας την παλιοκατάσταση που ο νομικός σύμβουλος του Γ' Ράιχ και θεωρητικός του ναζισμού Καρλ Σμιτ περιέγραψε ως “κατάσταση έκτακτης ανάγκης”, μια “κατάσταση εξαίρεσης” με δικούς της “νόμους” εκτός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου.

 

Μάλιστα -έγραφα-, ο Καρλ Σμιτ, ορίζοντας ως “κυρίαρχο αυτόν που αποφασίζει την κατάσταση εξαίρεσης”, περιγράφει τα δομικά χαρακτηριστικά της “δημοκρατικής ευαισθησίας” του Κούλη.

 

Μόνο ένας αλαζόνας βιοεξουσιαστής υπό την επήρεια του αυτοθαυμασμού του θα μιλούσε για την “εξουσία (Του) στο απυρόβλητο της ανάγκης” ακυρώνοντας τον συνταγματικό νομοθέτη που, προβλέποντας τέτοιες καταστάσεις και προκειμένου να περιορίσει στο ελάχιστο επικυριαρχικές διαθέσεις, πρόσθεσε δημοκρατικές δικλείδες ασφαλείας στο Σύνταγμα με αποκορύφωμα την αυτονομιμοποιητική εξέγερση του λαού (Άρ. 120)...”

 

Έχουμε μια “κατάσταση εξαίρεσης” ως διαδικασία εν εξελίξει που ο Κούλης ως επικυρίαρχος αποφάσισε και που κανείς δεν μπορεί να τον αμφισβητήσει χρησιμοποιώντας σοβαρά επιχειρήματα.

 

Βέβαια, η έννοια “εξαίρεση” ως κατάσταση καθόλου δεν έχει να κάνει με τη φράση: “η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα”, δεδομένου ότι το λατινικό ρητό από όπου προήλθε: “exceptio probat regulam de rebus nonexceptis” εννοεί μάλλον ότι η εξαίρεση αναδεικνύει τον κανόνα ενώ τον ελέγχει, ενώ τον αντιμετωπίζει κριτικά.

 

“...Είμαστε μεν απομονωμένοι και έγκλειστοι, με το “φέρετρο έξω” και τη “τηλεόραση μέσα”, με το παράθυρο ανοιχτό σ' έναν κλειστό κόσμο -γράφει ο Ραούλ Βανεγκέμ-, ωστόσο, την ίδια στιγμή, τα πάντα, μέσα κι έξω, είναι τέτοια ώστε να μπορούμε να συναισθανθούμε και να συνειδητοποιήσουμε το αλληλεξάρτητο του κόσμου των ανθρώπων ως συνθήκη που επιβάλλεται αναγκαία από την καθημερινή ζωή τους και από την αναπαραγωγή τους...”.

 

Με άλλα λόγια, όταν εμείς, ο λαός, συναισθανθήκαμε και συνειδητοποιήσαμε την αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός ισχυρού και καθ' όλα δημόσιου ΕΣΥ -εν όψει μάλιστα της εμφάνισης ενός ιού πολύ πιο φονικού από τούτον εδώ-, δεν μπορεί να έρχεται ο κάθε πολιτικός απατεώνας, ο κάθε βιοεξουσιαστής μεταφασίστας, και να προσπαθεί να μας παραμυθιάσει για τη “χρησιμότητα του ιδιωτικοποιημένου, μέσω ΣΔΙΤ, ΕΣΥ, τη στιγμή μάλιστα που ακούσαμε με τ' αυτιά μας και είδαμε με τα μάτια μας τους κλινικάρχες με τις κλινικές τους να λιποτακτούν αφήνοντάς μας να πεθαίνουμε κατά χιλιάδες αβοήθητοι.

 

Δεν μπορεί ένας Κούλης, ως τέτοιος, να μας κάνει να στραφούμε ενάντια στις κοινωνικές ελευθερίες υποστηρίζοντας την “ελευθερία της αγοράς - “καθήκοντα” που έχουν ανατεθεί στο μισθοφορικό σώμα των “ειδικών φρουρών” η δράση των οποίων θυμίζει έντονα τη δράση των “ταγμάτων εφόδου” της Χρυσής Αυγής αλλά και τη δράση των “ρέιντζερς” και των “κενταύρων” της ΝΔ του Αβέρωφ.

 

Όπως και να 'χει, δεν νομίζω ότι η απλοϊκή ερμηνεία του λατινικού ρητού θα μπορούσε να ταυτιστεί είτε με τη σμιτιανή “κατάσταση εξαίρεσης που αποφασίζει ο Κυρίαρχος” είτε με την “κατάσταση εξαίρεσης που γίνεται κανόνας” του Αγκάμπεν του οποίου η στόχευση -πάντα κατά τη δική μου γνώμη και γνώση- είναι να επιβεβαιώσει, αλλά και να αναδείξει, τη λειτουργία της σμιτιανής σκέψης εντός του “κοινού τρόπου ζωής των Ευρωπαίων”.

 

Ο Νίκος Τζανάκης-Παπαδάκης, υποψήφιος διδάκτωρ της Φιλοσοφίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του με τίτλο “Πανδημία και Εξαίρεση: γυμνή ή αστική ζωή;” ασκεί κριτική στον Ιταλό Φιλόσοφο Giorgio Agamben για τη “...δημοφιλή ήδη από τη 10ετία του 1990 θέση του ότι η “κατάσταση εξαίρεσης έχει γίνει κανόνας...”

 

...Οι εξαιρέσεις -γράφει- δεν δύνανται να γίνουν κανόνες, ακριβώς επειδή η λογική της λειτουργία συνίσταται στην επιβεβαίωση του κανόνα...

 

Η κατάσταση εξαίρεσης παραμένει εξαίρεση, επιβεβαιώνει έναν κανόνα ή μια κατάσταση κανονικότητας.

 

Ο κανόνας όμως, που επιβεβαιώνεται από μια κατάσταση εξαίρεσης -ακριβώς εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητά της ως εξαίρεσης- δεν είναι εκείνος σε σχέση προς τον οποίο η κατάσταση εξαίρεσης παρουσιάζεται ως τέτοια...

 

(ΠΡΟΣΟΧΗ) Η επικινδυνότητα της κατάστασης εξαίρεσης δεν εντοπίζεται στο ότι η “εξουσία”, όποια και αν είναι αυτή, δρα ανεμπόδιστα και υποβιβάζει τον βίο σε γυμνή ζωή, σε μια ζωή χωρίς προσδιορισμούς.

 

Πολύ περισσότερο είναι επικίνδυνη, επειδή εντός και μέσω αυτής εισάγονται καινούργιοι προσδιορισμοί της κοινωνικής ζωής με έναν αυταρχικό τρόπο, προσδιορισμοί που εκ των υστέρων επικυρώνονται και εντάσσονται στο νομικό corpus.

 

Η κατάσταση εξαίρεσης δεν γίνεται κανόνας. Δεν χρειάζεται κανένας να φοβάται το σενάριο της πλήρους αναστολής κάθε δικαίου και νόμου...”.

 

Εντάξει. Δεν νομίζω ότι αποκλείεται ο “υποβιβασμός του βίου σε γυμνή ζωή” (ο όρος “γυμνή ζωή” είναι του Αγκάμπεν) αλλά ότι μπορεί να συμβεί μετά από αλλεπάλληλες καταστάσεις εξαίρεσης -διαδικασία που μπορεί, ίσως, να διακρίνει κανείς στον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι “λαθρομετανάστες”.

 

Στο κάτω-κάτω της γραφής, οι διάφοροι φασισμοί ως και ο ναζισμός που βίωσε η Ευρώπη κατά τον 20ο αιώνα δεν ήταν και “κεραυνοί εν αιθρία”.

 

Δεν ήταν καταστάσεις που δεν είχε ξαναβιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο παρελθόν της η Ευρώπη.

 

Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για την κουλτούρα του “κοινού Ευρωπαϊκού τρόπου ζωής”.

 

Η εξαιρετικότητα του άρθρου βρίσκεται ακριβώς σε τούτες τις γραμμές: “...Η κατάσταση δημιουργεί όμως κανόνες και θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα, ποιοι κανόνες και τι είδους κανονικότητα παράγεται εντός των εκάστοτε καταστάσεων εξαίρεσης...”.

 

Σε αυτή τη βάση πηγαίνει στο διά ταύτα: “...Ως προς την παρούσα κατάσταση εξαίρεσης... μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια de facto κατάσταση εξαίρεσης, στον βαθμό που η επιβολή περιοριστικών μέτρων είναι εκτενής και οδηγούν αναπόδραστα στη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στα χέρια των φορέων της εκτελεστικής εξουσίας...”.

 

Θεωρεί ασφαλώς πως ο “βαθμός” είναι τέτοιος και τόσος ώστε να νομιμοποιούνται οι ακόλουθες ερωτήσεις που θέτει:

 

“...Τι θα σήμαινε όμως αυτή η de facto ή de jure κατάσταση εξαίρεσης ως προς τη δημιουργία μιας νέας κανονικότητας;

 

Ποιες από τις παρούσες αλλαγές θα περιείχαν το δυναμικό μιας μονιμοποίησης;...”.

 

Υ.Γ. Λες και οι ιοί αυτοί να “ήσαν μια κάποια λύσις”.