γράφει ο 

Βασίλης Τσιάντος

 

Καθηγητής Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος

Πρόεδρος Δ.Ε. Παραρτήματος Καβάλας Ε.Μ.Ε.

π. Αντιπρόεδρος της ΑΔΙΠ

 

 

Είναι βαθιά πίστη μου ότι σε μία δημοκρατική χώρα, και μάλιστα την γενέτειρα της φιλοσοφίας, των μαθηματικών, του διαλόγου, της ρητορικής, των επιχειρημάτων, κλ.π., θα πρέπει να συζητιούνται όλα τα θέματα. Επιπλέον, από την συζήτηση που λαμβάνει χώρα οι πολιτικοί να λαμβάνουν υπόψη τις λογικές, «δυνατές» και ορθολογικές απόψεις.

 

 

Στην Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται λάθη. Θα αναφερθώ παρακάτω σε ένα λάθος που αφορά την πόλη μας, την Καβάλα.

 

 

Το Υπουργείο Παιδείας ζητά από τα τμήματα των Πανεπιστημίων κάθε χρόνο τον αριθμό των εισακτέων που επιθυμούν. Τα τμήματα απαντούν, προφανώς λαμβάνοντας υπόψη τα απαραίτητα στοιχεία, τα οποία εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα από κάποιον άλλο που βλέπει μόνο συγκεντρωτικά νούμερα. Έτσι, λοιπόν, έχουμε ότι το Τμήμα Φυσικής του ΔΙΠΑΕ (Καβάλα) ζήτησε για το ακαδημαϊκό έτος 2020-21, με απόφαση της Συνέλευσής του, 100 εισακτέους και το Υπουργείο έδωσε 200 θέσεις! Για να μην μπερδευτούμε το ίδιο έγινε και πέρυσι με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και φέτος με την κυβέρνηση της ΝΔ. Στο αντίστοιχο όμως, για παράδειγμα, τμήμα της Λαμίας οι εισακτέοι είναι περίπου οι μισοί. Γιατί;

 

 

Πάμε τώρα να δούμε τις αντίστοιχες βάσεις. Η βάση του τμήματος στην Καβάλα είναι 5800 μόρια, ενώ, συνεχίζοντας στο ίδιο παράδειγμα, στην Λαμία 8300. Μήπως έπρεπε να γίνει το αντίστροφο; Μήπως, δηλαδή, έπρεπε η Λαμία, η οποία είναι στο κέντρο της Ελλάδας, και προφανώς θα προσέλκυε περισσότερους φοιτητές, να έχει πιο πολλούς εισακτέους;  Η Καβάλα είναι μακριά από το κέντρο, άρα θα προσέλκυε ένα μεγάλο ποσοστό καλών φοιτητών και στη συνέχεια θα το δήλωναν όσοι δεν περνούσαν κάπου αλλού. Για να αποδείξω τον ισχυρισμό μου θα παραθέσω ένα επιχείρημα. Στην ηλεκτρονική σελίδα www.aeitei.gr υπάρχουν τα παρακάτω στοιχεία:

 

Πιστεύω ότι φαίνεται καθαρά ότι το Φυσικό Τμήμα του ΔΙΠΑΕ στην Καβάλα προσελκύει καλής ποιότητας φοιτητές (μόνο από το 2ο επιστημονικό πεδίο), οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να φοιτήσουν στο τμήμα, το οποίο μάλλον γνωρίζουν καλώς για να το έχουν στις πρώτες επιλογές τους. Οι 76 από τους 155 εισακτέους από τα ΓΕΛ (90%)  είχαν το τμήμα σε μία από τις πρώτες έξι επιλογές. Άρα, θεωρώ ότι και τα μόριά τους θα είναι πολύ  παραπάνω από τα 5800, που είχε ο τελευταίος. Γιατί, λοιπόν, παραμένει αυτή η τακτική του καθορισμού του αριθμού των εισακτέων από το Υπουργείο; Με ποια κριτήρια; Θέλει να ρίξει το βάρος στα Ιδρύματα; Θέλει να ρίξει το βάρος στους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας; Θέλει να ρίξει το βάρος στους Πανεπιστημιακούς δασκάλους;

 

 

Οι παραπάνω σκέψεις είναι καθαρά προσωπικές και εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα, ο οποίος διδάσκει στο τμήμα Φυσικής δύο από τα πέντε μαθήματα του πρώτου και δευτέρου εξαμήνου. Έτσι, έχει αφενός την εμπειρία του πρώτου έτους των φοιτητών του Φυσικού τμήματος και αφετέρου η οποιαδήποτε απόφαση του Υπουργείου επηρεάζει άμεσα το έργο του. Άρα, με το αίσθημα της κοινωνικής ευθύνης που τον διακρίνει θα επιθυμούσε μία ορθολογικότερη πολιτική στην Ανώτατη Εκπαίδευση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της τις προτάσεις των τμημάτων. Υπογραμμίζεται ότι η αναφορά στο Τμήμα Φυσικής της Λαμίας του Παν/μίου Θεσσαλίας, γίνεται μόνο στα πλαίσια καλόβουλης και εποικοδομητικής συγκριτικής σκέψης.